Της Τέας Βασιλειάδου
Ο έρωτας. Ο αγώνας. Ο θάνατος. Σ’ αυτό το τρίπτυχο περικλείεται η ζωή της Έλλης Παππά, της γυναίκας που σημαδεύτηκε και σημάδεψε τη νεώτερη ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα.
Η σύντροφος του Νίκου Μπελογιάννη, η δυναμική μαχήτρια, έφυγε στα 89 της χρόνια στις 27 Οκτωβρίου 2009, αφήνοντας πίσω της μια πλούσια δράση, αναμνήσεις και το γιο της, καρπό του έρωτα τους.
«Τον έζησα τον εικοστό αιώνα. Με ζωή και με θάνατο. Πάλεψα μαζί του όσο μπορούσα. Με ζωή και με θάνατο. Στις μεγάλες του ώρες και στις ώρες των διαψεύσεων. Κι εκεί, κοντά στο τέλος του, έζησα τη μεγάλη διάψευση - που δεν έπεσε σαν ξαφνικός κεραυνός. Από χρόνια ακουγόταν η βουή που όλο πλησίαζε, μα ήταν πολλοί εκείνοι που δεν ήθελαν να την ακούσουν. Είχα την κακή τύχη να την ακούω και, το χειρότερο, να τη μεταφέρω στο χαρτί. Τίμημα, ο αποκλεισμός. Όχι όμως και η απογοήτευση. Με έσωσε η προσπάθειά μου, όσες κι αν ήταν οι αντιδράσεις, να κοιτάξω τον αιώνα μου κατάματα, χωρίς αυταπάτες, και να καταγράψω όσο μου επέτρεπαν οι δυνάμεις μου, επιλογές, πράξεις και παραλείψεις που οδηγούσαν στην καταστροφή εκείνου του μέλλοντος στο οποίο είχαμε αποθέσει τις ελπίδες μας..." γράφει στο τελευταίο της βιβλίο "Αποχαιρετισμός στον αιώνα μου", για να καταλήξει προσφεύγοντας στον λόγο του ποιητή "Εμείς φύγαμε. Εσείς να δούμε τώρα».
Η κηδεία της, πολιτική, πραγματοποιείται, από το Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου είναι θαμμένος και ο Ν. Μπελογιάννης, το Σάββατο (31 Οκτωβρίου) στις 10.30 π.μ.
Μια ζωή σαν ιστορία!
Γεννημένη στη Σμύρνη το 1920, η Έλλη Παππά ήταν η μικρότερη από τα υπόλοιπα τέσσερα αδέλφια της: την Ηρώ, τη Δέσποινα, τη Διδώ (η γνωστή συγγραφέας Διδώ Σωτηρίου ) και τον Γιώργο. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. «Η πρώτη μου τροφός ήταν μια αίγα, πράγμα που πολύ το καμάρωσα όταν, μεγαλώνοντας πια, το πληροφορήθηκα» έγραφε η ίδια αυτοβιογραφούμενη, καθώς, «η μάνα μου αρνήθηκε να με θρέψει». «Επέζησα χάρη στη μεγαλύτερη αδελφή της που προμηθεύτηκε για χάρη μου μια κατσικούλα» έγραφε, ενώ ως δεύτερη τροφό της θεωρούσε «τα κάστανα της προσφυγιάς το χειμώνα και τα σταφύλια το καλοκαίρι» και συνέχιζε «Την υγεία μου την ανέλαβε η θάλασσα του Πειραιά και την αγωγή μου την ανέλαβαν τα αλητάκια του Πειραιά. Ολα έδειχναν ότι η προλεταριακή μου συνείδηση ήταν εξασφαλισμένη»
Μαθήτευσε στο Γυμνάσιο Θηλέων του Πειραιά. Στην τελευταία τάξη, πετάει προκηρύξεις μαζί με τους συμμαθητές της στις συνοικίες της Κοκκινιάς και της Δραπετσώνας κατά του φασιστικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, ενώ στην κεντρική εκκλησία της Κοκκινιάς σηκώνουν μια κόκκινη σημαία. Ακολούθως φοίτησε αρχικά στη Φιλοσοφική και μετά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά λόγω της Κατοχής δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Την περίοδο εκείνη συνδέθηκε με το ΕΑΜ και το ΚΚΕ αναπτύσσοντας αντιστασιακή δράση στις εργατικές συνοικίες του Γκύζη και της Νέας Ιωνίας, και συμμετέχοντας στον αντιστασιακό Τύπο.
Μετά «το μεθύσι της Απελευθέρωσης, τα Δεκεμβριανά, η ήττα, ο Εμφύλιος, οι άγριοι διωγμοί, οι προσπάθειες ανασυγκρότησης της Αριστεράς και της Δημοκρατίας, οι πρώτες εκλογές, ο ερχομός του Μπελογιάννη και του μεγάλου έρωτα. Η σύλληψή μας, τα Χριστούγεννα του 1950. Οι ατέλειωτοι μήνες στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, μας συντροφεύει το αγέννητο παιδί μας. Η γέννα μου στις Φυλακές Αβέρωφ, οι δίκες, οι καταδίκες μας σε θάνατο, ο χωρισμός όταν η κυβέρνηση του Πλαστήρα δεν τόλμησε να εκτελέσει μάνα βρέφους».
Έτσι είχε γίνει, τη συνέλαβαν μαζί με τον Μπελογιάννη κι άλλους αγωνιστές του Κομμουνιστικού Κόμματος. Επτάμιση μήνες έμεινε η ίδια και ο Νίκος στο κελί της Ασφάλειας Αθηνών στην Καποδιστρίου. Παρέμειναν στην απομόνωση ως την πρώτη δίκη τους τον Οκτώβριο του 1951, με συγκατηγορούμενους άλλα 91 άτομα. Στην έδρα του στρατοδικείου και ο μετέπειτα δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους γεννήθηκε στη φυλακή ο γιος τους Νίκος.
Ακολούθησε η δεύτερη δίκη τον Φεβρουάριο του 1952 και οι καταδίκες σε θάνατο. Ο Νίκος Μπελογιάννης εκτελέστηκε, μαζί με τους Δημήτρη Μπάτση, Νίκο Καλούμενο και Ηλία Αργυριάδη. Η Ελλη δεν εκτελέστηκε λόγω του βρέφους. Η εκτέλεση έγινε τα ξημερώματα της Κυριακής 30 Μαρτίου 1952. Τις Κυριακές ούτε οι Γερμανοί δεν εκτελούσαν ανθρώπους. Το κελί της δεν το άνοιξαν. «Εσένα δεν σε έχουν στον κατάλογο» της είπε ο αρχιφύλακας. Ο Μπελογιάννης πλησίασε στο μικρό παράθυρο. Έγειρε το πρόσωπό του κοντά της. Η έκφρασή του ήταν παγωμένη. «Να ζήσεις» της είπε «για το παιδί και την εκδίκηση» θα αφηγηθεί αργότερα η ίδια.
Αποφυλακίστηκε την Πρωτοχρονιά του 1964. Δραστηριοποιήθηκε στην ΕΔΑ και εργάστηκε στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή», ενώ στη χούντα συνελήφθη και εξορίστηκε στη Γυάρο, απ΄ όπου αποφυλακίστηκε τον Ιούλιο του 1968 λόγω σοβαρής ασθένειας. Αρνήθηκε να φιλοξενηθεί στη Σοβιετική Ενωση, όπως της προτάθηκε τότε, λόγω των διαφωνιών της για την εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα, ενώ μεταπολιτευτικώς επανασυνδέθηκε με το ΚΚΕ προσβλέποντας στην επανένωση της Αριστεράς. «Η επανένωση ξεκίνησε με καλούς οιωνούς και είχε οικτρό τέλος. Απεχώρησα από το ΚΚΕ, πράγμα που και η ηγεσία του επιθυμούσε» έγραφε.
Εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά - στο "Έθνος", τη "Μακεδονία" και το περιοδικό "Γυναίκα" ώς το 1990, οπότε αφιερώθηκε αποκλειστικά στο συγγραφικό της έργο. Έχουν δημοσιευθεί μελέτες της και βιβλία που είχαν, όπως η ίδια τόνιζε έναν στόχο «Τη συμβολή μου σε μια κάθαρση της μαρξιστικής σκέψης από τις σταλινικές στρεβλώσεις, που την έσυραν σε μια ανανέωση του πλατωνισμού».
Κοίταξε τον αιώνα της κατάματα
Η Ελλη Παππά έγραψε δεκάδες βιβλία, κυρίως πολιτικού και κοινωνιολογικού περιεχομένου, αλλά και βιβλία για παιδιά. Ξεχωρίζουν: «Αρχαίοι Ελληνες συγγραφείς στο Κεφάλαιο του Μαρξ» (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή), «Σπουδή στο θέμα της Ελευθερίας. Η έννοια της ελευθερίαςστον πρωτοσωκρατικό υλισμό» (εκδόσεις Αγρα), «Βίος και έργα της Γάτας της Σοφής. Αυθεντική βιογραφία μιας έγκλειστης και μαύρης γάτας» (εκδόσεις Οδυσσέας), «Γράμματα στο γιο μου» (εκδόσεις Αγρα), «Η Κομμούνα του 1871: Επανάσταση του 21ου αιώνα;» (εκδόσεις Αγρα), «Μικρογραφίες: βιβλία από τη φυλακή» (εκδόσεις Καλειδοσκόπιο), «Μακιαβέλλι ή Μαρξ» (εκδόσεις Αγρα), «Αποχαιρετισμός στον αιώνα μου» (εκδόσεις Κέδρος), «Ο Πλάτωνας στην εποχή μας» (εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου), «Μύθος και ιδεολογία στη ρωσική επανάσταση. Οδοιπορικό από το ρωσικό λαϊκισμό στο λαϊκισμό του Στάλιν» (εκδόσεις Βιβλιοπωλείου της Εστία
Το αρχείο της Έλλης Παππά φυλάσσεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α).
Τη θυμάμαι...
Ένα γλυκό παιδιάστικο χαμόγελο, τα ολόλευκα μαλλιά της φωτοστέφανο της νεανικής της διάθεσης, ντυμένη συνήθως στα μαύρα με μια ωραία καρφίτσα -καμέο- στη βάση του λαιμού, δείγμα κομψότητας και της αρχοντιάς της Σμύρνης, από όπου καταγόταν. Μικρόσωμη και λυγερή, σε όλα της τα χρόνια, παρά τα χρόνια της. Και γεμάτη ενέργεια. Να μελετάει αδιάκοπα. Να γράφει αδιάκοπα. Να παρεμβαίνει στα γεγονότα.
Το διαμέρισμα της, στου Ζωγράφου, γεμάτος φως. Στους τοίχους πολλά βιβλία, φωτογραφίες και πίνακες - ανάμεσα τους το γνωστό σκίτσο του Νίκου Μπελογιάννη από τον Πικάσο και σε ένα άλλο κάδρο το χειρόγραφο που το συνόδευε. «Το φως από το λαδοφάναρο που φώτιζε το σκοτάδι μιας μαγιάτικης βραδιάς στη Μαδρίτη, τα ευγενικά πρόσωπα του τουφεκισμένου λαού που τον δολοφόνησε ο ξένος άρπαγας στον πίνακα του Γκόγια, είναι η ίδια σπορά φρίκης που σπέρνει με τις ανοιχτές φούχτες των προβολέων πάνω στα ορθάνοιχτα στήθια της Ελλάδας μια κυβέρνηση που σκορπίζει τον θάνατο, τον φόβο και το μίσος. Ένα πελώριο άσπρο περιστέρι περνάει κι αφήνει το οργισμένο του πένθος πάνω στη γη»
Τη θυμάμαι να χαϊδεύει τα βιβλία που είχαν εκδοθεί με τα παραμύθια που έγραφε και εικονογραφούσε από τη φυλακή και τα έστελνε στο γιο της, τον Νίκο, που μεγάλωνε κοντά στην αδελφή της, τη Διδώ Σωτηρίου. Τη θυμάμαι να λέει -κι όχι μόνον μια φορά- ότι ήθελε να πεθάνει μαζί με τον Μπελογιάννη! Κι όταν απορούσα «μα καλά το παιδί σου;», έλεγε με αποφασιστικότητα πως και για το παιδί θα ήταν καλύτερα? θα καταλάβαινε όταν μεγάλωνε.
Η Έλλη Παππά δοκιμάστηκε πολλές φορές μέσα σε τόσο λίγο χρόνο. Της πήραν τον άντρα που αγαπούσε και τον εκτελέσανε. Την απομακρύνανε από τον έξι μηνών γιο της, που σώθηκε χάρη στις συγκρατούμενες της στις φυλακές Αβέρωφ. Χώρισε ξανά από το παιδί της όταν εκείνο ήταν 3 χρονών και έπρεπε να εγκαταλείψει την φυλακή ? το όριο παραμονής των παιδιών με τις μανάδες τους στη φυλακή ήταν αυτά τα τρία χρόνια. Κι όταν αποφυλακίστηκε το ’63 λίγο έμεινε με τον γιο της, γιατί το 1967 η Χούντα την συνέλαβε ξανά και την έστειλε στη Γιάρο. Νέος χωρισμός με τον έφηβο πια γιο της.
Τη θυμάμαι να μιλάει για τις εξελίξεις στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στο κομμουνιστικό κίνημα. Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού γκρέμισε το σύμπαν της και οι όποιες σκέψεις ότι ο Γκορμπατσόφ θα μπορούσε να σώσει τον σοσιαλισμό γρήγορα γκρεμίστηκαν. Έλεγε πως έφταιγε το γεγονός πως αυτό που είχαν στήσει ήταν σάπιο κι αντίθετο στις ιδέες που ευαγγελιζόταν. Ακόμη και για τον Πούτιν έκφραζε έντονες αμφιβολίες και επιφυλάξεις.
Την έθλιβε έντονα η κατάσταση της Ελληνικής Αριστεράς, που δεν είχε την «τόλμη» να χτίσει νέα πρότυπα, να αναζητήσει λύσεις, να δώσει προοπτική στο κίνημα.
Όμως, παρά την απογοήτευση, δεν έβαζε τέλος στο οράματα. Πίστευε ότι στο μέλλον ο κόσμος θα επιστρέψει και θα ανανεώσει τις ιδέες του σοσιαλισμού.
Γράμμα στο γιο της
«Παιδί μου
Αυτές τις μέρες κλείνουν τρία χρόνια από τη δίκη που σ’ άφησε χωρίς πατέρα. Τέτοιες μέρες όλα είναι ζωντανά, ολότελα ζωντανά στο μυαλό και στην καρδιά, που την καίνε αδιάκοπα. Μα δεν θέλω να σου γράψω γι’αυτά. Σκεφτόμουνα πως όταν μεγαλώσεις θα μάθεις πολλά για τον πατέρα σου. Μα για την καρδιά του, για την αγάπη του, για το τι ήταν η αγάπη μας που γέννησε εσένα δε θα μπορέσεις να μάθεις παρά πολύ λίγα αν δεν είναι η μάνα σου να σ’ τα πει. Και καθώς δεν μπορώ να ξέρω, αγοράκι μου, αν θα βρίσκομαι κοντά σου όταν εσύ θα γίνεις παλικάρι, σκέφτηκα να σου γράψω. Θα φυλάξει τα γράμματά μου η γιαγιά σου ή η θεία σου. Και σαν θα γίνεις δεκάξι χρονών, όταν η καρδιά σου, το μυαλό σου, ο χαρακτήρας σου θα είναι σαν δροσερά μπουμπούκια έτοιμα ν’ανθίσουνε σε όμορφα λουλούδια και να δώσουνε πλούσιο και γερό καρπό, θα’ναι καιρός να γνωριστείς πιο καλά με τον μεγάλο Νίκο. Θα σου δώσω κομμάτια από τη ζωή μας κι απ’τα γράμματά μας στην Ασφάλεια. Όσο μπορώ πιο πολλά» (Φλεβάρης 1955, Φυλακές Κάστορος ?Πειραιάς- από το βιβλίο «Γράμματα στο Γιο μου», Εκδόσεις ΑΓΡΑ)
Για τον πολιτικό δεν υπήρχε αμφιβολία πως πολλά θα άκουγε στο μέλλον. Ύμνους και ερμηνείες ? με αμφίβολη πάντα γνησιότητα. Κι ωστόσο οι πολιτικές υποθήκες του, καθαγιασμένες με το θάνατο, μικρή θέση έχουνε στα γράμματα που άφησα στο γιο μου. Ήταν πάντα ο κίνδυνος να πέσουν στα χέρια του αντιπάλου που με κρατούσε δέσμια. Μα ήταν και κάτι περισσότερο: έγραφα έχοντας μπροστά μου όχι το μωράκι που κοιμόταν πλάι μου ανίδεο για όσα είχαν γίνει, αλλά τον έφηβο των δεκάξι χρόνων για τον οποίο τα προόριζα. Εκείνος, ο άγνωστός μου έφηβος που θα διάβαζε τα γράμματά μου».






























