Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Αυλωνίτη
Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου
«Αδίστακτες μικροκομματικές επιλογές, που παραβιάζουν ευθέως το Σύνταγμα» καταλογίζει ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γιώργος Σωτηρέλης στην κυβέρνηση, για τον «πόλεμο» που έχει ανοίξει τελευταία με το ΣτΕ στην προσπάθειά της να το χειραγωγήσει.
Ο πανεπιστημιακός καθηγητής αντιμετωπίζει ως απλουστευτική και προσχηματική την επιχειρηματολογία του υπουργού Δικαιοσύνης Σ. Χατζηγάκη για την απομάκρυνση των δικαστών από τα τμήματα του ΣτΕ, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση ότι θέλει να εξουδετερώσει το ενοχλητικό και πιο ανεξάρτητο δικαστήριο της χώρας, γιατί δεν επιθυμεί τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, αλλά να μπορεί να ασελγεί ασύδοτα σε βάρος του Συντάγματος.
Τα συνταγματικά του βέλη εκτοξεύει ο Γ. Σωτηρέλης κατά του πρόσφατου εκλογικού νόμου, αλλά και εναντίον της νομοθεσίας για τις εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, κάνοντας λόγο για αντισυνταγματική προσπάθεια χειραγώγησης της ψήφου.
Εξωτερικεύοντας την αγανάκτηση που έχει προκαλέσει στον νομικό κόσμο η αήθης επίθεση κατά του ΣτΕ, εκφράζει την απέραντη ανησυχία του για το μέγεθος της κυβερνητικής ανυποληψίας καταλογίζοντάς της ευθεία υπονόμευση του Συντάγματος και μάλιστα κατ επανάληψη.
Παρακολουθούμε αυτές τις μέρες μια ολομέτωπη επίθεση του υπουργού Δικαιοσύνης κατά του Συμβουλίου Επικρατείας. Πώς την αξιολογείτε και πού την αποδίδετε;
Το πρώτο που πρέπει να παρατηρήσω, κ. Αυλωνίτη, είναι ότι η στάση του υπουργού Δικαιοσύνης είναι πρωτοφανής και σε κάθε περίπτωση προκαλεί εύλογες απορίες στην κοινή γνώμη (αλλά και θυμηδία στον χώρο των νομικών). Ο κ. Χατζηγάκης όσο ήταν βουλευτής, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να δείξει μία εικόνα ανοιχτόμυαλου και προβληματισμένου πολιτικού, η οποία ήταν, αν μη τι άλλο, επαινετή (παρά τα επιεικώς απογοητευτικά αποτελέσματα που είχαν οι όποιες απόπειρές του να διατυπώσει υψιπετείς θεωρητικούς προβληματισμούς...). Μετά την υπουργοποίησή του, όμως, εμφανίσθηκε με άλλο πρόσωπο. Αποδείχθηκε ένας θορυβώδης και άκριτος απολογητής κυνικών και αδίστακτων μικροκομματικών επιλογών, που στοιχειοθετούν ευθεία παραβίαση του Συντάγματος.
Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι ο υπουργός στην επίθεσή του έκανε λόγο για «ιδιοτελή κίνητρα», για «κράτος δικαστών» κ.λπ.;
Το αστείο είναι, ότι προσπάθησε να δικαιολογήσει αυτή τη στάση του, αποδίδοντας σε άλλους «κομματισμό» αλλά και επιχειρώντας να επενδύσει με θεωρητικά ιδεολογήματα την ένδεια των επιχειρημάτων του. Η ενασχόλησή του με θεωρητικά ζητήματα -και συγκεκριμένα με το «κράτος δικαστών»- υπήρξε εξίσου απλουστευτική και αφελής με προηγούμενες και αν δεν αφορούσε συγκεκριμένες πολιτικές παρεμβάσεις θα περνούσε απαρατήρητη, διότι δεν ξεπερνά το επίπεδο μιας εργασίας πρωτοετούς φοιτητή της νομικής. Το ότι, όμως, προέρχεται από υπουργό και εντάσσεται στη λογική μιας δημόσιας αντιδικίας με το Συμβούλιο της Επικρατείας, το πλέον ανεξάρτητο Δικαστήριο της χώρας, προκαλεί εύλογα -πέρα από τη θυμηδία- και απέραντη ανησυχία για το μέγεθος της κυβερνητικής ανυποληψίας.
Μιλήσατε πριν, για ευθεία υπονόμευση του Συντάγματος. Μπορείτε να γίνετε πιο συγκεκριμένος;
Μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις αυτής της κυβέρνησης είναι ότι προβάλλει σαν σημαία της το ενδιαφέρον της για βελτίωση του Συντάγματος ενώ στην πραγματικότητα οι πολιτικές πρακτικές της αποδεικνύουν ότι δεν σέβεται ούτε καν στοιχειωδώς τη συνταγματική νομιμότητα. Τι να πρωτοαναφέρει κανείς; Την ευθεία παραβίαση, με μικροκομματικά κριτήρια, όλων των συνταγματικών αρχών που συνδέονται με το εκλογικό σύστημα, τόσο για τις δημοτικές όσο και για τις βουλευτικές εκλογές; Την απροκάλυπτη κατάργηση της συλλογικής αυτονομίας στις Τράπεζες και τον ΟΤΕ, προκειμένου να ευνοηθούν συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα; Την προσπάθεια διατεταγμένης υπονόμευσης των ανεξάρτητων αρχών, οι οποίες, παρά τις όποιες αδυναμίες τους -οφειλόμενες εν πολλοίς σε ελλιπή στελέχωση- αποτελούν μια όαση θεσμικής αξιοπρέπειας στο θλιβερό τοπίο του πελατειασμού, της αδιαφάνειας και της συναλλαγής; Ποιος αγνόησε επιδεικτικά την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών στο σκάνδαλο των υποκλοπών; Ποιος προκάλεσε την ατυχέστατη παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που επιχείρησε να ανατρέψει απόφαση της Αρχής Προστασίας των Προσωπικών Δεδομένων, υποκαθιστώντας το Σύνταγμα με μια εγκύκλιό του για τις κάμερες; Ποιος επιχειρεί να καταστήσει όμηρο το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και τον Συνήγορο του πολίτη;
Προσπάθεια χειραγώγησης της ψήφου
Το Γ τμήμα του ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματική την ποσόστωση 42% για την ανάδειξη των αρχών στους ΟΤΑ. Εντάσσετε την απόφαση αυτή στη σωρεία των ενοχλητικών, για την κυβέρνηση, αποφάσεων εξαιτίας των οποίων επιχειρείται η αποδυνάμωση του ΣτΕ;
Επειδή χειρίστηκα ως δικηγόρος την υπόθεση του 42%, λόγοι δεοντολογίας επιβάλλουν να μην υπεισέλθω στην ουσία, πολύ περισσότερο μάλιστα, επειδή εκκρεμεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Εκείνο, όμως, που αξίζει να επισημανθεί, πέρα από την θαρραλέα στάση των δικαστών του εν λόγω Τμήματος είναι ότι υπάρχει μια κοινή γραμμή που διαπερνά τις δύο πρόσφατες εκλογικές μεθοδεύσεις, τόσο του νόμου για το 42% όσο και του νέου νόμου για τις βουλευτικές εκλογές. Κι αυτή δεν είναι άλλη από την προσπάθεια χειραγώγησης της ψήφου, μέσω του αυθαιρέτου αποκλεισμού πολιτικών συνεργασιών (είτε καταργώντας τον δεύτερο γύρο στις δημοτικές εκλογές, είτε αποθαρρύνοντας τους συνασπισμούς εκ των προτέρων, στις βουλευτικές εκλογές). Οι λόγοι δε που προβάλλονται είναι τόσο παιδαριώδεις και τόσο απροκάλυπτα προσχηματικοί που προκαλούν έκπληξη για το μέγεθος του κυνισμού της κυβέρνησης να επικαλείται το Σύνταγμα για τη δικαιολόγησή τους.
Εντοπίζονται, δηλαδή, αντισυνταγματικότητες και στον νέο νόμο;
Στον νόμο περί βουλευτικών εκλογών, ο κυνισμός αγγίζει τα όρια του θράσους, διότι είναι γνωστό ότι τόσο ο κορυφαίος Ελληνας συνταγματολόγος, αείμνηστος Αριστόβουλος Μάνεσης, ως πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής, όσο και το ίδιο το Εκλογοδικείο έχουν κρίνει τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις αντισυνταγματικές. Είναι φανερό, λοιπόν, γιατί η κυβέρνηση θέλει να εξουδετερώσει το ενοχλητικό ΣτΕ, με πρώτο βήμα την αναθεωρητική πρόταση και με δεύτερο τις πρόσφατες θεσμικές αλχημείες. Φοβάται τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων διότι θέλει να ασελγεί ασύδοτα και καθ έξιν σε βάρος του Συντάγματος. Ωστόσο, όπως θα έπρεπε να γνωρίζει ο αδαής πλην δοκησίσοφος καθ ύλην αρμόδιος υπουργός, ο έλεγχος αυτός της συνταγματικότητας αποτελεί καθοριστική συνιστώσα του κράτους δικαίου και ισχυρό αντίβαρο στην αυθαιρεσία της πλειοψηφίας. Πολύ δε περισσότερο όταν οι νόμοι που ελέγχονται, αφορούν τη διαδικασία αναπαραγωγής της πολιτικής εξουσίας, καθώς έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι οι εκάστοτε κρατούντες είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε μεθοδεύσεις που αποβλέπουν στην, πάση θυσία, διατήρηση της εξουσίας τους...























