Αναβρασμός επικρατεί στους κόλπους της βιομηχανίας όσον αφορά τα μέτρα ελάφρυνσης του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, μετά το πρόσφατο «μπλόκο» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην πρόταση για μεταφορά του λεγόμενου «ιταλικού μοντέλου» στην Ελλάδα.
Το ζήτημα επανήλθε στην επικαιρότητα μέσω του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη, ο οποίος, απαντώντας την Τρίτη σε σχετική ερώτηση, διαβεβαίωσε ότι ισχύει στο ακέραιο η υπόσχεση της κυβέρνησης.
«Είμαστε σε συζητήσεις με την Κομισιόν για να βρεθεί μια δίκαιη λύση που να αντιμετωπίζει το πρόβλημα του υψηλού κόστους του ρεύματος για τη βιομηχανία, που θα είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο», τόνισε, προσθέτοντας ότι «πιστεύουμε πως σύντομα θα ανακοινωθούν οι σχετικές πρωτοβουλίες».
Ωστόσο στην αγορά ενισχύεται η αίσθηση παρατεταμένης στασιμότητας, καθώς η διαδικασία σημαδεύεται από διαδοχικές αναβολές, χωρίς να έχει ακόμη αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο ενός ρεαλιστικού και εφαρμόσιμου μηχανισμού στήριξης, εξέλιξη που έχει προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια και οργή στους βιομηχάνους.
Στη βιομηχανία το κλίμα είναι πλέον εκρηκτικό, με παράγοντες του χώρου να δηλώνουν από εμφανώς απογοητευμένοι έως εξοργισμένοι, καταλογίζοντας στην κυβέρνηση τακτική καθυστερήσεων σε ένα ζήτημα που αφορά την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής.
Το «όχι» της Κομισιόν
Υπενθυμίζεται ότι το σχήμα που κατατέθηκε στις Βρυξέλλες κρίθηκε ότι δεν αναπαράγει το ιταλικό μοντέλο, με αποτέλεσμα να μην τύχει της αναμενόμενης αποδοχής. Η κρίσιμη απόκλιση εντοπίζεται στο γεγονός ότι η ελληνική πρόταση αντιμετωπίστηκε από την Επιτροπή όχι ως στοχευμένη «πράσινη» επιδότηση, αλλά ως γενικευμένη έκπτωση στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, γεγονός που αποδείχθηκε καθοριστικό για την αξιολόγησή της.
Η προσέγγιση αυτή οδήγησε την Κομισιόν να εξετάσει το μέτρο με βάση το νέο Πλαίσιο CISAF (Clean Industrial Deal State Aid Framework), το οποίο, αν και παρέχει αυξημένη ευελιξία για τη στήριξη της καθαρής βιομηχανίας, θέτει αυστηρούς περιορισμούς ως προς τη σωρευτικότητα των κρατικών ενισχύσεων. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι επιχειρήσεις που λαμβάνουν ήδη στήριξη μέσω της αντιστάθμισης έμμεσου κόστους CO₂ δεν μπορούν να επωφεληθούν από πρόσθετα εργαλεία που καλύπτουν το ίδιο ενεργειακό βάρος.
Η συγκεκριμένη παράμετρος καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμη για την ελληνική περίπτωση, καθώς η αντιστάθμιση εφαρμόζεται σε σημαντικό τμήμα της ενεργοβόρου βιομηχανίας. Αντίθετα, στην Ιταλία – όπου δεν υφίσταται αντίστοιχος μηχανισμός – η εφαρμογή του σχετικού σχήματος δεν προσέκρουσε σε ζητήματα συμψηφισμού, στοιχείο που διευκόλυνε την έγκρισή του.
→ Διαβάστε επίσης: Υδρογονάνθρακες: Γκάζι στα 4 μπλοκ Chevron – HELLENiQ Energy – Πότε έρχονται στη Βουλή οι συμβάσεις, ποια τα επόμενα βήματα
Παλέτα παρεμβάσεων
Το πρόβλημα του υψηλού κόστους επιτείνεται περαιτέρω από πρόσθετες διαρθρωτικές επιβαρύνσεις στην ηλεκτρική ενέργεια, όπως οι χρεώσεις χρήσης συστήματος, ενώ παράλληλα η πρόσφατη αναθεώρηση του εθνικού συντελεστή αποτυπώματος CO₂ οδηγεί σε σταδιακή μείωση της αντιστάθμισης που λαμβάνει η ελληνική βιομηχανία. Το αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμη και χωρίς νέες αυξήσεις στη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, το συνολικό ενεργειακό κόστος τείνει να επιδεινώνεται.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η συζήτηση σε κύκλους της ενεργοβόρου βιομηχανίας μοιάζει να μετατοπίζεται πλέον από την προσδοκία ενός ενιαίου «μοντέλου» στήριξης στην ανάγκη διαμόρφωσης μιας ευρύτερης παλέτας παρεμβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, πηγές της αγοράς επισημαίνουν ότι θα πρέπει να εξεταστεί συνολικά και η αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχει το Πλαίσιο CISAF, παρά τους περιορισμούς που το συνοδεύουν.
Παράλληλα, η παλέτα θα μπορούσε να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ταχεία απόδοση εκκρεμών οφειλών προηγούμενων ετών – όπως επιστροφές από το μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ και καθυστερούμενες πληρωμές αντιστάθμισης, και την αξιοποίηση πόρων από τα έσοδα των δικαιωμάτων εκπομπών.
Με πηγές του δευτερογενούς τομέα να επισημαίνουν ότι, χωρίς έναν τέτοιο συνδυασμό εργαλείων, η ελληνική βιομηχανία κινδυνεύει να πορευθεί στο 2026 με σαφές μειονέκτημα έναντι ανταγωνιστών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου ήδη εφαρμόζονται σχήματα με σημαντικά χαμηλότερο τελικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, γεγονός που επιδεινώνει τη σχετική θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό.