Στα τρισεκατομμύρια δολάρια αμερικανικών ομολόγων και μετοχών που κατέχονται από Ευρωπαίους επενδυτές - πολλά εκ των οποίων βρίσκονται σε χαρτοφυλάκια δημοσίων φορέων - στρέφεται η προσοχή ορισμένων αναλυτών, καθώς εξετάζονται τα θεωρητικά περιθώρια αντίδρασης της Ευρώπης στην κλιμακούμενη εμπορική αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, καθώς η Ευρώπη αναζητά τον βέλτιστο τρόπο αντίδρασης στις τελευταίες κινήσεις και απειλές του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ - με αιχμή, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της κυριαρχίας της Γροιλανδίας - επανέρχεται στο προσκήνιο ένα άκρως ριζοσπαστικό, αλλά όχι αδιανόητο, σενάριο: ότι, σε περίπτωση ακραίας κλιμάκωσης στις σχέσεις Βρυξελλών – Ουάσιγκτον, τα ευρωπαϊκά κεφάλαια που είναι τοποθετημένα στις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως μοχλός πολιτικής πίεσης.
Η ιδέα της «οπλοποίησης» των επενδύσεων
Όπως επισημαίνει το Bloomberg, η Ευρώπη κατέχει τρισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικά ομόλογα και μετοχές, μέρος των οποίων βρίσκεται σε χαρτοφυλάκια δημόσιων φορέων. Το γεγονός αυτό έχει τροφοδοτήσει εικασίες ότι, ως απάντηση στη νέα δασμολογική επίθεση της Ουάσιγκτον και στη διεύρυνση του εμπορικού πολέμου, η Ευρώπη θα μπορούσε, σε καθαρά θεωρητικό επίπεδο, να εξετάσει πωλήσεις αμερικανικών τίτλων.
Μια τέτοια κίνηση, αν ποτέ υλοποιούνταν, θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος δανεισμού των Ηνωμένων Πολιτειών και να ασκήσει πιέσεις στις αμερικανικές αγορές μετοχών, δεδομένης της εξάρτησης της αμερικανικής οικονομίας από τη συνεχή εισροή ξένων κεφαλαίων. Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, τα οποία επικαλείται το Bloomberg, τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται από επενδυτές με έδρα την Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν τα 10 τρισ. δολάρια, ενώ ακόμη μεγαλύτερη έκθεση καταγράφεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νορβηγία.
Ενα μάλλον απίθανο σενάριο
Παρά το ύψος αυτών των ποσών, η πρακτική εφαρμογή ενός τέτοιου αντίμετρου παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Η συντριπτική πλειονότητα των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων που κατέχονται από ευρωπαϊκούς επενδυτές ανήκει σε ιδιώτες και όχι σε κυβερνήσεις, γεγονός που καθιστά αδύνατο τον άμεσο πολιτικό έλεγχο ή τον εξαναγκασμό σε πωλήσεις. Επιπλέον, μια συντονισμένη ρευστοποίηση θα συνεπαγόταν σημαντικές απώλειες και για τους ίδιους τους Ευρωπαίους επενδυτές, περιορίζοντας περαιτέρω τη ρεαλιστικότητα ενός τέτοιου σεναρίου.
Για τον λόγο αυτό, οι περισσότεροι στρατηγικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η πιθανότητα οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να φτάσουν σε ένα τέτοιο σημείο παραμένει χαμηλή, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η ευρύτερη απροθυμία της Ευρώπης να αντιπαρατεθεί ευθέως με τον Ντόναλντ Τραμπ από την επιστροφή του στην εξουσία πριν από έναν χρόνο.
Ωστόσο, το γεγονός ότι ο επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής συναλλάγματος της Deutsche Bank μιλά πλέον ανοιχτά για την «οπλοποίηση του κεφαλαίου» καταδεικνύει ότι το συγκεκριμένο σενάριο δεν αγνοείται από τις αγορές. Όπως επισημαίνει το Bloomberg, οι επεκτατικές και συγκρουσιακές πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ επαναχαράσσουν το γεωπολιτικό τοπίο, αναγκάζοντας τους επενδυτές να συνυπολογίζουν ακόμη και ακραία ενδεχόμενα.
Το διαρθρωτικό «αδύναμο σημείο» των ΗΠΑ
«Το καθαρό διεθνές επενδυτικό έλλειμμα των ΗΠΑ είναι τεράστιο και συνιστά δυνητική απειλή για το δολάριο - αλλά μόνο εφόσον οι ξένοι κάτοχοι αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων είναι διατεθειμένοι να υποστούν οικονομικές απώλειες», σημειώνει ο Kit Juckes, επικεφαλής στρατηγικής συναλλάγματος στη Societe Generale, σε σχόλιό του που μεταφέρει το Bloomberg.
Όπως εξηγεί, είναι πιθανό ορισμένοι ευρωπαϊκοί δημόσιοι επενδυτικοί φορείς να επιβραδύνουν τη συσσώρευση ή ακόμη και να προχωρήσουν σε πωλήσεις αμερικανικών τίτλων. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η κατάσταση θα πρέπει να κλιμακωθεί πολύ περισσότερο προτού θυσιαστεί η επενδυτική απόδοση για καθαρά πολιτικούς λόγους.
Οι αγορές αρχίζουν να τιμολογούν τον κίνδυνο
Η κλιμάκωση των εντάσεων έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στις αγορές. Όπως καταγράφει το Bloomberg, οι πιέσεις στα αμερικανικά χρηματιστηριακά futures, στις ευρωπαϊκές μετοχές και στο δολάριο συνοδεύονται από ενίσχυση των παραδοσιακών ασφαλών καταφυγίων, όπως ο χρυσός, το ελβετικό φράγκο και το ευρώ.
Η εικόνα αυτή συνιστά μια ηπιότερη εκδοχή της αντίδρασης που είχε ακολουθήσει τους δασμούς Τραμπ τον Απρίλιο του περασμένου έτους, όταν είχε αναζωπυρωθεί το λεγόμενο ξεπούλημα των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων.
Οι κινήσεις της Ε.Ε.
Σε πολιτικό επίπεδο, η πιο απτή αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι στιγμής είναι η πρόταση να παγώσει η έγκριση της εμπορικής συμφωνίας του Ιουλίου με τις ΗΠΑ. Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για την επιβολή δασμών σε αμερικανικά προϊόντα συνολικής αξίας 93 δισ. ευρώ, με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών να καλεί την Ευρώπη να προετοιμάσει το ισχυρότερο δυνατό εμπορικό αντίμετρο, όπως μεταδίδει το Bloomberg.
Η μεταφορά, ωστόσο, της αντιπαράθεσης από το εμπόριο στις κεφαλαιαγορές θα συνιστούσε ποιοτικά διαφορετική και σαφώς σοβαρότερη κλιμάκωση.
Ποιοι κατέχουν τελικά τα αμερικανικά assets
Παρότι ένα μέρος των αμερικανικών τίτλων βρίσκεται σε δημόσια χέρια - με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το νορβηγικό κρατικό επενδυτικό ταμείο ύψους 2,1 τρισ. δολαρίων - η συντριπτική πλειονότητα ανήκει σε ιδιώτες επενδυτές. Επιπλέον, ένα σημαντικό ποσοστό των τίτλων που εμφανίζονται ως κατεχόμενοι από οντότητες με έδρα την Ευρώπη ανήκει τελικά σε επενδυτές εκτός της ηπείρου.
Αναλυτές που επικαλείται το Bloomberg εκτιμούν ότι επενδυτές οι οποίοι ανησυχούσαν για υπερέκθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να έχουν ήδη περιορίσει τις θέσεις τους μετά τους περσινούς δασμούς. Παρά τη συνεχιζόμενη αδυναμία του δολαρίου, τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα κατέγραψαν την καλύτερη χρονιά τους από το 2020, ενώ οι αμερικανικές μετοχές εξακολουθούν να κινούνται σε ιστορικά υψηλά.
Οι ρεαλιστικές επιλογές της Ευρώπης
Κατά την εκτίμηση αναλυτών της ING Groep, τους οποίους επικαλείται το Bloomberg, η Ευρώπη διαθέτει μεν θεωρητική μόχλευση χάρη στο μέγεθος των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων που κατέχει, αλλά ελάχιστα πρακτικά εργαλεία για να μπορέσει να την αξιοποιήσει στην πράξη.
«Υπάρχουν πολύ περιορισμένες δυνατότητες να εξαναγκαστούν οι Ευρωπαίοι ιδιώτες επενδυτές να πουλήσουν αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία», σημειώνουν. «Το μόνο ρεαλιστικό πεδίο πολιτικής παρέμβασης είναι η ενθάρρυνση επενδύσεων σε ευρωπαϊκά περιουσιακά στοιχεία».