Σημείο αναφοράς για το φετινό πρόγραμμα δανεισμού αποτελεί η σημερινή έξοδος του Ελληνικό Δημόσιο στις αγορές, με το άνοιγμα –εκτός απροόπτου– του βιβλίου προσφορών για νέο 10ετές ομόλογο. Η έκδοση στοχεύει στην άντληση κεφαλαίων έως 3 δισ. ευρώ, ενισχύοντας περαιτέρω τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας, σε μια περίοδο που το επενδυτικό κλίμα παραμένει ευνοϊκό.
Ο νέος τίτλος, με ημερομηνία λήξης τον Ιανουάριο του 2036, εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό για διαρκή παρουσία στις αγορές και σταθεροποίηση της καμπύλης αποδόσεων του ελληνικού χρέους. Η προεργασία για την έκδοση έχει ολοκληρωθεί από τις αρχές της εβδομάδας, με τη συμμετοχή έξι κορυφαίων διεθνών τραπεζών.
Τον ρόλο των αναδόχων έχουν αναλάβει οι BNP Paribas, BofA Securities, Deutsche Bank, Goldman Sachs Bank Europe SE, J.P. Morgan και Morgan Stanley, οι οποίες προχώρησαν σε διερεύνηση της επενδυτικής διάθεσης τις προηγούμενες ημέρες.
Η έκδοση αποτελεί μέρος του προγράμματος δανεισμού του ΟΔΔΗΧ για το 2026, που προβλέπει συνολικές χρηματοδοτικές κινήσεις ύψους 8 δισ. ευρώ, αυξημένες σε σχέση με τα 7,5 δισ. ευρώ του 2025. Βασικός στόχος παραμένει η διατήρηση υψηλής ρευστότητας και η σταδιακή βελτίωση του κόστους δανεισμού.
Οι συνθήκες θεωρούνται ευνοϊκές, καθώς οι αποδόσεις του ελληνικού 10ετούς κινούνται κοντά στο 3,35%, ενώ η ζήτηση για τίτλους της περιφέρειας της ευρωζώνης παραμένει ισχυρή. Η επενδυτική βαθμίδα και οι βελτιωμένες μακροοικονομικές επιδόσεις λειτουργούν ως πρόσθετα ερείσματα για το ελληνικό story στις αγορές.
Ρευστότητα και αποκλιμάκωση χρέους
Καταλυτικό ρόλο στη στρατηγική του Δημοσίου παίζει το ισχυρό απόθεμα ρευστότητας, που υπερβαίνει τα 41 δισ. ευρώ, προσφέροντας ευελιξία στον χρονισμό των εκδόσεων. Παράλληλα, η πολιτική δανεισμού δεν περιορίζεται στην κάλυψη αναγκών, αλλά στοχεύει και στην αντικατάσταση παλαιότερου, ακριβότερου χρέους με νέο χαμηλότερου κόστους.
Στο πλαίσιο αυτό, η νέα έκδοση εντάσσεται σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική θωράκισης της οικονομίας απέναντι σε μελλοντικές αναταράξεις. Για το 2026 προβλέπεται περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους κατά 5,461 δισ. ευρώ, στα 359,3 δισ. ευρώ, ενώ ως ποσοστό του ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 138,2% από 145,9% το 2025. Ο μεσοπρόθεσμος στόχος παραμένει η πτώση του δείκτη κάτω από το 120% έως το 2029.