Ένα νέο παράδειγμα συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο σηματοδοτεί η ανακήρυξη Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Λιβάνου, με άξονες την ενεργειακή αξιοποίηση (ύδατα, υδρογονάνθρακες), την ασφάλεια, τη γεωπολιτική αναβάθμιση για την Κύπρο και την πολιτική σταθερότητα για τον Λίβανο, ο οποίος χρειάζεται επειγόντως διεξόδους στην οικονομία και την ενέργεια.
Τον Οκτώβριο του 2025, με απόφαση των υπουργικών συμβουλίων της Κύπρου και του Λιβάνου, οριστικοποιήθηκε η οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ των δύο χωρών. Πρόκειται για μια συμφωνία που «ξεπάγωσε» ένα σενάριο το οποίο παρέμενε επί δεκαετίες σε εκκρεμότητα.
Η νέα ΑΟΖ αλλάζει ριζικά το γεωπολιτικό πλαίσιο: δεν είναι πια μόνο η Κύπρος που διεκδικεί δικαιώματα. Μιλάμε για μια συμμαχία που μπορεί να διαπραγματευτεί με βάση το διεθνές δίκαιο, τις συλλογικές ανάγκες και το κοινό συμφέρον.
Αυτή η εξέλιξη αποτελεί ένα ακόμα σοβαρό πλήγμα στο αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» που προωθεί η Τουρκία. Με τη νέα συμφωνία Κύπρου- Λιβάνου, δημιουργείται ένα σταθερό μέτωπο που δεν αφήνει χώρο για μονομερείς διεκδικήσεις ή για αλλαγές του χάρτη, τουλάχιστον χωρίς διεθνή καταδίκη και αντίδραση από την περιοχή.
Αυτή η εξέλιξη προστίθεται στην de facto παρουσία της πανίσχυρης Chevron στα νότια της Κρήτης, η οποία ήδη έχει συμφωνηθεί κι υπογραφεί, με αποτέλεσμα να πυκνώνουν οι εξελίξεις που ματαιώνουν εν τοις πράγμασι το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Αν προηγουμένως η Τουρκία είχε καταφέρει να εξαρθρώσει προσπάθειες οριοθέτησης με κράτη της περιοχής, τώρα έχει να αντιμετωπίσει μια νέα πραγματικότητα: κράτη που συνεργάζονται με σταθερότητα, με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και με κοινή πρόθεση ενεργειακής και θαλάσσιας διαχείρισης, αφήνουν όλο και λιγότερα περιθώρια για μονομερείς ενέργειες. .
Έτσι, οι τουρκικές πιέσεις στον Λίβανο, αποδεικνύεται ότι δεν απέδωσαν. Αυτή η αδυναμία υπογραμμίζει τη φθίνουσα ικανότητα της Τουρκίας να επηρεάζει κρίσιμες αποφάσεις στην περιοχή, ειδικά όταν άλλες χώρες συντονίζονται μεταξύ τους με σοβαρότητα και επιμονή.
Τα θετικά της συμφωνίας για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η συμφωνία Κύπρου- Λιβάνου έχει πολλαπλές θετικές επιπτώσεις: Ενισχύει έμμεσα την ελληνική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο ως κράτος που υποστηρίζει το διεθνές δίκαιο, την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και την σταθερότητα στην περιοχή. Η εμβάθυνση συνεργασιών μεταξύ Κύπρου, Λιβάνου και πιθανώς Συρίας φέρνει πιο κοντά την Ελλάδα σε ένα ευρύτερο δίκτυο ενεργειακής και πολιτικής συμμαχίας.
Επίσης, σε συνδυασμό με τις πρόσφατες κινήσεις της ελληνικής κυβέρνησης όπως η έρευνα για υδρογονάνθρακες και η προσπάθεια για οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, η Αθήνα αναβαθμίζει ακόμα περισσότερο τη διεθνή της θέση ως πυλώνα σταθερότητας στη Μεσόγειο.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, ο νέος άξονας Κύπρου- Λιβάνου αλλάζει τα δεδομένα: δεν είναι πλέον μόνο «σκέψεις» ή «σενάρια», αλλά απτή πραγματικότητα με νομική και πρακτική υπόσταση. Αυτό καλεί τους πάντες (γειτονικά κράτη, θεσμούς και ενεργειακούς παίκτες) να αναπροσαρμόσουν τις στρατηγικές τους.
Μια τέτοια συμφωνία, που υπό οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες θα είχε θεωρηθεί αδιανόητη, σήμερα πραγματοποιείται εν μέρει διότι δεν υπάρχουν οι ίδιοι παράγοντες αστάθειας που την καθιστούσαν ανέφικτη παλαιότερα.
Αν στο Λίβανο είχαν παραμείνει οι ισχυρές δυνάμεις της Χεσμπολάχ, δηλαδή ένα οργανωμένο, ένοπλο και ισχυρό κομμάτι της εξουσίας που οπωσδήποτε θα αντιδρούσε στην οριοθέτηση, η συμφωνία δεν θα είχε περάσει. Η απώλεια αυτής της ισχύος άλλαξε τους συσχετισμούς και άνοιξε τον δρόμο για κοινές αποφάσεις.
Αυτό δείχνει πόσο κρίσιμη είναι η εσωτερική πολιτική σταθερότητα σε χώρες της Ανατολικής Μεσογείου όταν πρόκειται για θαλάσσιες ζώνες. Η νέα πραγματικότητα δεν καθιστά υποχρεωτικά τη συμφωνία «ασφαλή» από κάθε κίνδυνο, αλλά μετατοπίζει το πεδίο από την αμφισβήτηση, στην επίσημη οριοθέτηση και διεθνή αναγνώριση.
Ήδη προεξοφλείται ότι «μπήκε στο τραπέζι» η δυνατότητα ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου- Λιβάνου. Κοινές μελέτες με διεθνείς χρηματοδοτικούς φορείς, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, έχουν δρομολογηθεί για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας των υποδομών, που θα συνδέουν τις δύο χώρες με ενεργειακά δίκτυα, υποθαλάσσιες γραμμές ή κοιτάσματα.
Επιπλέον, ανοίγει ο δρόμος για πιθανές συμφωνίες με τρίτες χώρες της περιοχής (π.χ. Συρία), δημιουργώντας έτσι ένα ευρύτερο πλέγμα συνεργασιών που μπορεί να σταθεροποιήσει την Ανατολική Μεσόγειο με όρους διεθνούς δικαίου, οικονομίας και ασφάλειας.
Αν όλα αυτά πάνε καλά, η ενεργειακή και οικονομική αναβάθμιση της περιοχής δεν θα αφορά μόνον την Κύπρο και τον Λίβανο, αλλά και κράτη που θα έχουν στρατηγικό ρόλο στη διαδρομή αυτού του άξονα.
Οι κίνδυνοι
Παρά τις αισιόδοξες προοπτικές, δεν είναι δεδομένο ότι όλα θα εξελιχθούν ομαλά: Η Τουρκία πιθανώς θα συνεχίσει να αμφισβητεί τις διμερείς συμφωνίες, επιχειρώντας γεωπολιτικές ανατροπές ή υποδαυλίζοντας διεθνείς πιέσεις.
Αν υπάρξει αναθέρμανση των διεκδικήσεών της, ενδεχομένως να δημιουργηθούν εντάσεις, ιδίως αν συνδυαστούν με στρατιωτικές κινήσεις. Η πολιτική και οικονομική αστάθεια στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, μπορεί να ανατρέψει προετοιμασίες συνεργασιών.
Η διαχείριση φυσικών πόρων (υδρογονάνθρακες, ενεργειακές υποδομές) απαιτεί υψηλό βαθμό τεχνικής, θεσμικής και περιβαλλοντικής ωριμότητας. Κάθε σφάλμα μπορεί να οδηγήσει σε εμπλοκές, όχι μόνο νομικές αλλά και διεθνείς.
Οι χώρες των ενεργειακών συμμαχιών θα πρέπει να επενδύσουν στην ασφάλεια, τη διαφάνεια και την κοινή πολιτική λογοδοσία. Μόνο έτσι η συμφωνία θα μετατραπεί από «γεωπολιτικό ρίσκο» σε «γεωστρατηγική ευκαιρία».
Η συμφωνία Κύπρου- Λιβάνου για ΑΟΖ αποτελεί ξεκάθαρη δήλωση προθέσεων. Είναι η απόδειξη ότι κράτη της Μεσογείου μπορούν να ξεπεράσουν παλιές διαιρέσεις, εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις και πιέσεις τρίτων, και να δημιουργήσουν κοινό πλαίσιο για ανάπτυξη, ασφάλεια και συνεργασία.
Για την Τουρκία το πλήγμα είναι σημαντικό, γιατί η νέα πραγματικότητα περιορίζει τη δυνατότητα μονομερών διεκδικήσεων και αμφισβητήσεων. Για την Ελλάδα, για την Κύπρο, για τον Λίβανο, αλλά και για κράτη που επιδιώκουν σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, η νέα ΑΟΖ είναι ευκαιρία. Όχι χωρίς ρίσκα. Όχι χωρίς προκλήσεις. Αλλά με όραμα και με πυξίδα στο διεθνές δίκαιο.
Το αν αυτή η ευκαιρία θα περάσει από τα λόγια στην πράξη, εξαρτάται από τη σοβαρότητα των κρατών, την πίστη τους στη συνεργασία και την αποφασιστικότητά τους να υπερασπιστούν το καινούριο, με σύνεση και σωφροσύνη, όχι με επιδείξεις ισχύος.