Τις τελευταίες ώρες το μέτωπο των αγροτών εισήλθε στην πιο κρίσιμη φάση των τελευταίων 40 ημερών, από τότε δηλαδή που τα πρώτα τρακτέρ προχώρησαν σε αποκλεισμούς εθνικών οδών. Η σύγκρουση όσων βρίσκονται στα μπλόκα με την κυβέρνηση οξύνεται, με ένταση και διεύρυνση των κινητοποιήσεων, σηματοδοτώντας μια νέα φάση πολιτικής αντιπαράθεσης που αναμένεται να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην κοινωνική ατζέντα των πρώτων εβδομάδων του 2026.
Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες και τις πρόσφατες εξειδικεύσεις μέτρων, πολλές αγροτικές οργανώσεις εκφράζουν την απογοήτευσή τους και επιμένουν στην κλιμάκωση των κινητοποιήσεων, ενώ ταυτόχρονα τουλάχιστον δεκαοκτώ (18) σύλλογοι και μπλόκα ζητούν συνάντηση με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.
Μετά από εβδομάδες πολύμορφων κινητοποιήσεων
Μετά από εβδομάδες πολύμορφων κινητοποιήσεων σε εθνικούς δρόμους και συνοριακά περάσματα, η πανελλαδική συντονιστική επιτροπή των αγροτών αποφάσισε ομόφωνα να προχωρήσει σε 48ωρους αποκλεισμούς δρόμων και παράδρομων σε όλη τη χώρα (συγκεκριμένα στις 8 και 9 Ιανουαρίου 2026), σε μια ενέργεια που έχει περιγραφεί από κάποιους ως «μπλακ άουτ», με στόχο να ενισχύσει την πίεση προς την κυβέρνηση.
Η απόφαση αυτή δεν λήφθηκε ομοιόμορφα σε όλα τα μπλόκα. Ενώ σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει διάθεση για διάλογο, άλλες ομάδες εκφράζουν σκληρή κριτική στα κυβερνητικά μέτρα και ορισμένοι συνδικαλιστές χαρακτηρίζουν τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης «χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο».
Αίτημα για συνάντηση με τον πρωθυπουργό
Παρά την κλιμάκωση, μια ομάδα 18 μπλόκων και αγροτικών συλλόγων έχει δημόσια ζητήσει να συναντηθεί με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, εκφράζοντας την άποψη ότι μόνο ένας ενιαίος και άμεσος διάλογος σε ανώτερο επίπεδο μπορεί να δώσει προοπτική σε μια πολιτική λύση. Η παράμετρος αυτή φωτίζει ένα βασικό σημείο ρήξης: δεν είναι όλοι οι αγρότες προς στιγμήν απολύτως αρνητικοί στη διαπραγμάτευση, αλλά επιμένουν ότι τα αιτήματα θα πρέπει να έχουν πραγματικό περιεχόμενο και να αντιμετωπίζονται με πολιτική βούληση.
Το γεγονός ότι ζήτησαν συνάντηση με τον ίδιο τον πρωθυπουργό, αντί για τους αρμόδιους υπουργούς, καταδεικνύει το βάθος της απογοήτευσης που νιώθουν από την κεντρική πολιτική σκηνή και την ανάγκη να αντιμετωπιστούν σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, η γραμμή είναι σαφής: προτεραιότητα έχει ο διάλογος με ανοιχτούς δρόμους προς συζήτηση με τους εκπροσώπους των αγροτών και μόνο εφόσον υπάρξει κοινή εκπροσώπηση και ενιαίο πλαίσιο αιτημάτων μπορεί να συζητηθεί συνάντηση με τον πρωθυπουργό. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, έχει επισημάνει ότι οι πόροι και τα μέτρα που έχουν ήδη ανακοινωθεί είναι προσεκτικά μελετημένα και η υπομονή της κοινωνίας δεν είναι ανεξάντλητη.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η πρόθεση είναι να εξαντληθεί η δυνατότητα διαλόγου και συνεννόησης πριν προχωρήσουν σε περαιτέρω ενέργειες, όμως ο τόνος μερικών δηλώσεων, όπως το τελεσίγραφο προς τις κινητοποιήσεις που μπορούν να θεωρηθούν ως «παράνομες», δείχνει ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να εφαρμόσει κυρώσεις, εάν οι αποκλεισμοί συνεχιστούν άνευ διαπραγματευτικής διαδικασίας.
Η ρητορική της κυβέρνησης στοχεύει να πείσει ότι η απαγόρευση της κυκλοφορίας και οι αποκλεισμοί δεν βοηθούν στην επίλυση των προβλημάτων και ότι η κοινωνία δεν μπορεί να κρατιέται «όμηρος» από τις κινητοποιήσεις για παρατεταμένο διάστημα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εξαγγελίες της κυβέρνησης περιελάμβαναν μια δέσμη μέτρων που αφορούν φθηνότερο αγροτικό ρεύμα, μειωμένο κόστος παραγωγής, φθηνότερο πετρέλαιο και επιστροφή του ΕΦΚ στην αντλία. Αυτά ήρθαν μετά από 38 μέρες κινητοποιήσεων και αποτελούν μια προσπάθεια ανταπόκρισης σε ορισμένα από τα πιο επείγοντα αιτήματα των αγροτών.
Ωστόσο, η κριτική που ασκείται από την πλευρά των παραγωγών είναι ότι τα μέτρα αυτά ήταν ήδη γνωστά και εν πολλοίς ενσωματώνονταν σε προϋπάρχουσες ρυθμίσεις, χωρίς να καλύπτουν τα πραγματικά και επείγοντα αιτήματα του πρωτογενούς τομέα, κυρίως ως προς την τιμή των προϊόντων, την αποζημίωση για απώλειες και διάφορα δημοσιονομικά αιτήματα που υπερβαίνουν τα τρέχοντα εγχώρια και ευρωπαϊκά περιθώρια.
Πίεση στην κοινωνία και την οικονομία
Τα μπλόκα έχουν επηρεάσει σημαντικά την εθνική οδική συγκοινωνία, προκαλώντας αντιδράσεις από άλλους κοινωνικούς και παραγωγικούς φορείς, όπως φορείς της τουριστικής οικονομίας που ζητούν άμεση λύση, ώστε να αποκατασταθούν οι μετακινήσεις και να μειωθούν οι επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.
Παρά τις πιέσεις αυτές, πολλοί αγρότες δηλώνουν ότι δεν θα εγκαταλείψουν τις διεκδικήσεις τους αν δεν λάβουν απτά και ουσιαστικά αποτελέσματα και όχι μόνον τυπικές εξαγγελίες. Η αίσθηση που επικρατεί στις συνελεύσεις των μπλόκων είναι ότι υπάρχει βαθιά δυσπιστία απέναντι στην κυβερνητική βούληση και ότι η κλιμάκωση είναι η μόνη οδός πίεσης.
Στην πράξη, εκ των πραγμάτων τίθεται ένα κρίσιμο δίλημμα: αν οι αγρότες επιχειρήσουν να προχωρήσουν σε διάλογο χωρίς να αποσύρουν τις κινητοποιήσεις, η κυβέρνηση μάλλον δεν θα το δεχθεί ως ουσιαστική βάση διαπραγμάτευσης. Αντίθετα, η προσέλευση στον διάλογο ενωμένη και με ενιαία εκπροσώπηση μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για συγκροτημένη συζήτηση και διαπραγματεύσεις, ακόμα και σε επίπεδο πρωθυπουργού, εφόσον εκπροσωπηθούν όλοι οι παραγωγοί των μπλόκων.
Οι χθεσινές εξελίξεις στο μέτωπο αγροτών-κυβέρνησης δείχνουν έναν διάλογο που παραμένει ανοιχτός αλλά εύθραυστος, με την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων να αντανακλά την απογοήτευση πολλών παραγωγών για την ανταπόκριση της πολιτείας στις ανάγκες τους. Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, επιμένει σε μια γραμμή που συνδυάζει πρόσκληση για διάλογο με προειδοποίηση για κυρώσεις, όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία.
Σε αυτό το σκηνικό, η πολιτική ισορροπία είναι λεπτή: ένας ουσιαστικός διάλογος με ενιαίο και ξεκάθαρο πλαίσιο αιτημάτων μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για αποκλιμάκωση, ενώ η συνέχιση των αποκλεισμών θα δοκιμάσει τις αντοχές της κοινωνίας. Η απάντηση των εμπλεκόμενων θα καθορίσει όχι μόνο την τάση των επόμενων ημερών, αλλά και τον βαθμό εμπιστοσύνης που η ελληνική κοινωνία έχει απέναντι στους θεσμούς και τις ηγεσίες τους.