Το αγροτικό μέτωπο βρίσκεται και πάλι σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όχι μόνο εξαιτίας της σύγκρουσης με την κυβέρνηση αλλά, ίσως κυρίως, λόγω της εσωτερικής διάσπασης στους κόλπους των ίδιων των αγροτών. Οι χθεσινές εξελίξεις δείχνουν ότι η προοπτική ενός ουσιαστικού διαλόγου με την κυβέρνηση δεν ναρκοθετείται αποκλειστικά από την απόσταση θέσεων, αλλά από το γεγονός ότι δεν υπάρχει ενιαία γραμμή, ούτε κοινή στρατηγική εκπροσώπησης.
Η πρόσκληση για διάλογο και οι αντιθέσεις
Η κυβέρνηση άνοιξε τον δρόμο για συναντήσεις στο Μέγαρο Μαξίμου με τον πρωθυπουργό, σε μια προσπάθεια να αποσυμπιεστεί η κατάσταση μετά από εβδομάδες μπλόκων και κλιμακούμενων κινητοποιήσεων. Όμως, αντί η πρόσκληση αυτή να λειτουργήσει ως καταλύτης συνεννόησης, ανέδειξε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τις αντιθέσεις εντός του αγροτικού κινήματος: άλλοι δηλώνουν έτοιμοι να προσέλθουν στον διάλογο, άλλοι εισηγούνται αποχή, ενώ ένα πιο «σκληρό» μπλοκ δεν αποκλείει νέα μπλόκα ή ακόμη και κάθοδο τρακτέρ στην Αθήνα.
Δύο τάσεις στον αγροτικό κόσμο
Οι πληροφορίες συγκλίνουν ότι διαμορφώνονται πλέον δύο καθαρές τάσεις. Από τη μία, αγροτικοί σύλλογοι και μπλόκα, κυρίως εκτός Θεσσαλίας, εκτιμούν ότι η παρουσία στο τραπέζι του διαλόγου είναι αναγκαία, ακόμη κι αν οι προσδοκίες για άμεσα οικονομικά οφέλη είναι περιορισμένες. Η θέση τους είναι ότι η απουσία θα εκληφθεί ως αδυναμία διατύπωσης προτάσεων και θα αφήσει την κυβέρνηση να παρουσιάσει τη δική της εκδοχή για το τι ζητά ο αγροτικός κόσμος.
Από την άλλη πλευρά, οι λεγόμενοι «σκληροί» των μπλόκων, με αιχμή τη Θεσσαλία, θεωρούν ότι η διαδικασία που προτείνει η κυβέρνηση είναι προσχηματική. Υποστηρίζουν ότι ο κατακερματισμός των αντιπροσωπειών σε διαφορετικές συναντήσεις και θεματικές ομάδες αποδυναμώνει τη συλλογική πίεση και επιτρέπει στο Μαξίμου να επιλέγει συνομιλητές «κατά περίπτωση». Σε εσωτερικές τους συνελεύσεις καταγράφεται έντονη δυσπιστία απέναντι στο ενδεχόμενο συνάντησης με τον πρωθυπουργό, με ορισμένους να μιλούν ανοιχτά για «εμπαιγμό».
Το μήνυμα της κυβέρνησης
Από την πλευρά της κυβέρνησης, το μήνυμα είναι διττό αλλά σαφές. Κυβερνητικές πηγές επαναλαμβάνουν τη ρήση του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι ο διάλογος δεν μπορεί να γίνει υπό όρους τελεσιγράφων, ούτε με αποκλεισμούς δρόμων επ’ αόριστον. Διεμήνυσαν ότι ο πρωθυπουργός είναι διατεθειμένος να συναντήσει τους αγρότες μόνον εφόσον προσέλθουν με ενιαία εκπροσώπηση, ώστε να υπάρχει σαφής εικόνα για το ποια αιτήματα έχουν πραγματική πανελλαδική νομιμοποίηση.
Όταν αυτή η ενιαία εκπροσώπηση δεν έγινε δυνατή λόγω διαφωνιών μεταξύ των εκπροσώπων των αγροτών, το Μαξίμου αποδέχθηκε δύο συναντήσεις από 20 άτομα η καθεμιά ως ανώτατο όριο συμμετεχόντων, αλλά κι αυτό δεν έγινε δεκτό από τους «σκληρούς» των θεσσαλικών μπλόκων.
Παρεμβάσεις Χατζηδάκη και σκλήρυνση στάσης
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι τοποθετήσεις του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, ο οποίος χαρακτήρισε «αδιανόητο» να απορρίπτεται εκ προοιμίου ο διάλογος. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η κυβέρνηση δεν σκοπεύει να ανοίξει νέο κύκλο γενικευμένων παροχών, αλλά επιδιώκει να συζητήσει δομικά και θεσμικά ζητήματα, από το κόστος παραγωγής έως τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ και τη στόχευση των ενισχύσεων.
Την ίδια στιγμή, στο παρασκήνιο γίνεται λόγος για σκλήρυνση της στάσης απέναντι σε όσους επιμείνουν σε παρατεταμένους αποκλεισμούς ή κινητοποιήσεις εκτός πλαισίου. Η κυβέρνηση δεν το λέει δημόσια, αλλά αφήνει να εννοηθεί ότι η κοινωνική ανοχή δεν είναι απεριόριστη, ιδιαίτερα αν η εικόνα που εκπέμπεται είναι αυτή ενός κατακερματισμένου κινήματος που δεν μπορεί να συμφωνήσει ούτε για το ποιος το εκπροσωπεί.
→ Διαβάστε επίσης: Αγρότες: Οι επτά μεγάλες πληγές της γεωργίας πέρα από επιδοτήσεις και έκτακτα μέτρα
Το πολιτικό ρίσκο για τους αγρότες
Το παράδοξο είναι ότι τα αγροτικά προβλήματα είναι πραγματικά, διαχρονικά και ευρέως αναγνωρισμένα. Από το υψηλό κόστος ενέργειας και εφοδίων μέχρι τις στρεβλώσεις στις επιδοτήσεις και την αβεβαιότητα εισοδήματος, ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται σε πίεση. Όμως, η έλλειψη ενιαίας φωνής μετατρέπει αυτή την πίεση σε πολιτικό μειονέκτημα.
Η κυβέρνηση, αντικειμενικά, βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση όταν απέναντί της δεν έχει έναν συνομιλητή αλλά πολλούς, συχνά με αντικρουόμενες προσεγγίσεις. Η εσωτερική σύγκρουση στους κόλπους των αγροτών καθιστά ευκολότερο για το Μαξίμου να εμφανιστεί ως η πλευρά της «λογικής και της τάξης», μεταθέτοντας την ευθύνη για το αδιέξοδο στους ίδιους τους κινητοποιούμενους.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι μόνο αν θα γίνει η διπλή συνάντηση με τον πρωθυπουργό, αλλά τι θα σημαίνει αυτή —ή η ακύρωση της μίας εκ των δύο, όπως αποφασίστηκε χθες— για τη συνέχεια. Αν ένα μέρος των αγροτών προσέλθει, όπως διαφαίνεται, και ένα άλλο επιλέξει την κλιμάκωση, το αγροτικό μέτωπο κινδυνεύει να εμφανιστεί κατακερματισμένο, όχι μόνο στα μάτια της κυβέρνησης αλλά και της κοινωνίας.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο ρίσκο: η σύγκρουση να πάψει να αφορά τα αιτήματα και να μετατραπεί σε σύγκρουση νομιμοποίησης. Ποιος μιλά για ποιον; Ποιος εκφράζει την πλειοψηφία και ποιος μια δυναμική μειοψηφία; Σε αυτό το πεδίο, η κυβέρνηση δείχνει διατεθειμένη να παίξει σκληρά.
Σε κάθε περίπτωση, αν ο διάλογος ναυαγήσει, δεν θα είναι αποτέλεσμα μόνο κυβερνητικής αδιαλλαξίας. Θα είναι και προϊόν ενός αγροτικού κινήματος που, σε μια κρίσιμη στιγμή, δεν κατάφερε να μετατρέψει τη δύναμη του δρόμου σε ενιαία πολιτική φωνή. Και αυτό είναι ένα μάθημα που υπερβαίνει τη συγκυρία των μπλόκων και αφορά συνολικά το πώς διεκδικεί σήμερα ο πρωτογενής τομέας το μέλλον του.