Αν είναι αλήθεια ότι στη ζωή «όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος», στην πολιτική και στις διεθνείς σχέσεις η φράση ισχύει κατά μείζονα λόγο. Μόλις σε δυο μέρες άλλαξε όλο το πλαίσιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, χωρίς ακόμα να έχει γίνει ευρύτερα αντιληπτό. Η άφιξη της πρώτης φρεγάτας Belh@rra του Πολεμικού Ναυτικού, του «Κίμωνα», συνέπεσε χρονικά με μια δήλωση που λειτούργησε ως πολιτικός επιταχυντής: Την αναφορά του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη ότι «θα έρθει η ώρα» για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων. Μαζί με τον προσδιορισμό της συνάντησης Μητσοτάκη–Ερντογάν στην Τουρκία μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου, τα τρία αυτά γεγονότα δημιουργούν ένα νέο, πιο σύνθετο και ταυτόχρονα πιο απαιτητικό πλαίσιο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Δεν πρόκειται απλώς για συγκυριακή αλληλουχία. Η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας, η επαναφορά στο προσκήνιο ενός κυριαρχικού δικαιώματος που ασκείται μονομερώς, όπως τα χωρικά ύδατα, και η νέα σύγκληση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας συνδέονται άμεσα. Το ερώτημα είναι με ποιον τρόπο και, κυρίως, με ποια κατάληξη.
Η δήλωση Γεραπετρίτη αναζωπύρωσε μια συζήτηση που στην ελληνική δημόσια σφαίρα συχνά αντιμετωπίζεται είτε φοβικά είτε με υπεραπλουστεύσεις. Η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια δεν είναι «επιθετική ενέργεια» ούτε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τρίτους. Είναι μονομερές κυριαρχικό δικαίωμα που απορρέει από το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), το οποίο η Ελλάδα έχει κυρώσει και εφαρμόσει ήδη στο Ιόνιο.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα έχει το δικαίωμα, αλλά πότε, πού και με ποιον τρόπο θα το ασκήσει. Τα σενάρια ποικίλλουν: από μια άμεση και καθολική επέκταση στα 12 μίλια έως τμηματικές ή σταδιακές κινήσεις σε συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές. Κάθε επιλογή έχει διαφορετικό πολιτικό και διπλωματικό αποτύπωμα, χωρίς όμως να αναιρεί τον πυρήνα: η άσκηση δικαιώματος είναι στην απόλυτη δικαιοδοσία της Αθήνας, δεν απαιτεί άδεια από κανέναν.
Από την άφιξη του «Κίμωνα» στη δημόσια επαναφορά των χωρικών υδάτων
Συναφώς, καταρρέει και ο τουρκικός ισχυρισμός ότι η επέκταση μετατρέπει το Αιγαίο σε «ελληνική λίμνη». Τα στοιχεία δείχνουν ότι ακόμη και με ελληνικά χωρικά ύδατα 12 μιλίων διατηρούνται διεθνή ύδατα και εξασφαλίζεται η ελεύθερη ναυσιπλοΐα, όπως συμβαίνει σε πλήθος άλλων ημίκλειστων θαλασσών παγκοσμίως. Το επιχείρημα της «ελληνικής θάλασσας» δεν είναι νομικό, από την τουρκική πλευρά. Είναι πολιτικό και προπαγανδιστικό.
Συμπληρωματικά, ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται για τεχνική λεπτομέρεια, αλλά για εργαλείο άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων στην πράξη: καθορίζει χρήσεις, προτεραιότητες, ενεργειακές και περιβαλλοντικές πολιτικές στον θαλάσσιο χώρο. Άρα, κυριαρχία!
Η Ελλάδα, στο πλαίσιο και των ευρωπαϊκών της υποχρεώσεων, χαράσσει σταδιακά ένα πλέγμα πολιτικών που ενισχύουν τη νομική και πολιτική της θέση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό ακριβώς ενοχλεί την Άγκυρα, καθώς περιορίζει τον χώρο των γκρίζων ζωνών και των αυθαίρετων ερμηνειών.
Η Τουρκία έχει ήδη προαναγγείλει, μέσω των δηλώσεων Χακάν Φιντάν, ότι επιθυμεί μια «ολιστική» συζήτηση στο Αιγαίο, θέτοντας στο τραπέζι ζητήματα πέραν της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ: χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος, αποστρατιωτικοποίηση νησιών κ.λπ.
Η τουρκική ατζέντα και τα όρια της «ολιστικής» συζήτησης στο Αιγαίο
Απέναντι σε μια πιθανή ελληνική πρωτοβουλία για τα χωρικά ύδατα, τα σενάρια τουρκικής αντίδρασης κυμαίνονται από έντονη ρητορική και διπλωματικές πιέσεις έως ελεγχόμενες εντάσεις στο πεδίο. Ωστόσο, η συγκυρία δεν είναι ίδια με το παρελθόν. Η Αθήνα διαθέτει σήμερα ενισχυμένη στρατιωτική ισχύ, σαφείς συμμαχίες με ΗΠΑ, Γαλλία, Ισραήλ και Αίγυπτο, καθώς και θεσμικό βάρος εντός της ΕΕ.
Η αποτροπή, εδώ, λειτουργεί όχι ως απειλή αλλά ως σταθεροποιητικός παράγοντας: μειώνει τα περιθώρια κλιμάκωσης και αυξάνει το κόστος μιας μονομερούς τουρκικής αντίδρασης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εντάσσεται και το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας, καθώς και η επικείμενη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν. Οι προσδοκίες πρέπει να είναι ρεαλιστικές. Η επανέναρξη του διαλόγου δεν σημαίνει σύγκλιση θέσεων ούτε, πολύ περισσότερο, αποδοχή της τουρκικής αναθεωρητικής ατζέντας.
Αντίθετα, η ελληνική στρατηγική δείχνει να στηρίζεται σε έναν διπλό άξονα: διάλογος χωρίς αυταπάτες και ταυτόχρονη ενίσχυση της αποτρεπτικής και διπλωματικής ισχύος. Η έλευση του «Κίμωνα» λειτουργεί εδώ όχι συμβολικά αλλά ουσιαστικά: υπενθυμίζει ότι ο διάλογος διεξάγεται από θέση ισχύος και όχι ανάγκης.
Διάλογος χωρίς αυταπάτες
Η συνύπαρξη εξοπλιστικής ενίσχυσης, άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων και πολιτικού διαλόγου είναι η πραγματικότητα μιας χώρας που επιχειρεί να σταθεροποιήσει το περιβάλλον της χωρίς να παραιτείται από τα δικαιώματά της. Το αν αυτή η ισορροπία θα αντέξει θα εξαρτηθεί τόσο από τις επιλογές της Αθήνας όσο και από το αν η Άγκυρα είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει, έστω μερικώς, την αντίληψη του αναθεωρητισμού.
Σε κάθε περίπτωση, το πλαίσιο έχει αλλάξει. Και αυτό, από μόνο του, είναι πολιτικά και γεωστρατηγικά κρίσιμο.