Με οριακή αύξηση της τάξης του 1% έκλεισε η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα το 2025 σε σύγκριση με το 2024, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία.
Ειδικότερα, η μέση τιμή κινήθηκε από επίπεδα λίγο πάνω από τα 100 €/MWh το 2024 σε περίπου 103–104 €/MWh το 2025, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική αγορά παραμένει σε ζώνη σχετικά υψηλών τιμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, χωρίς ωστόσο να καταγράφεται κάποια απότομη μεταβολή ή εκτίναξη.
Και τις δύο χρονιές, πάντως, η Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά στο ανώτερο τμήμα του ευρωπαϊκού χάρτη τιμών, ιδίως σε σύγκριση με τη Δυτική και τη Βόρεια Ευρώπη, όπου οι μέσες χονδρεμπορικές τιμές κινούνται σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα.
Αγορές όπως η Ισπανία, η Γαλλία και οι σκανδιναβικές χώρες καταγράφουν σημαντικά φθηνότερες τιμές τόσο το 2024 όσο και το 2025, την ώρα που η Ελλάδα ευθυγραμμίζεται με τις αγορές της Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Ευρώπης, συγκροτώντας μια ευδιάκριτη περιφερειακή ζώνη υψηλότερων τιμών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Με αύξηση 3,4% έκλεισε ο Δεκέμβριος
Με αύξηση 3,4% έκλεισε ο Δεκέμβριος του 2025 στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με τη μέση τιμή εκκαθάρισης να διαμορφώνεται στα 110,04 €/MWh, έναντι 106,45 €/MWh τον Νοέμβριο. Η μηνιαία άνοδος σηματοδότησε την επιστροφή σε υψηλότερα επίπεδα τιμών προς το τέλος του έτους, χωρίς ωστόσο να συνοδεύεται από ακραία επεισόδια μεταβλητότητας.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη μεταβολή στο μίγμα παραγωγής. Τον Δεκέμβριο, η συμμετοχή του φυσικού αερίου αυξήθηκε αισθητά στο 45,03% από 37,25% τον Νοέμβριο, ενώ το μερίδιο των ΑΠΕ υποχώρησε στο 34,54% από 43,9%. Παράλληλα, μειώθηκαν οι εισαγωγές (6,28% από 8,08%), ενώ ενισχύθηκε η συμβολή των μεγάλων υδροηλεκτρικών (7,61% από 4,42%).
Σημειώνεται πάντως πως παρά τη μικρή αύξηση στη χονδρεμπορική αγορά πάντως, η ΔΕΗ, που αποτελεί τον μεγαλύτερο πάροχο με ποσοστό 47,32% τον Νοέμβριο και ανακοίνωσε νωρίς το μεσημέρι της Τετάρτης τα τιμολόγια Ιανουαρίου, διατήρησε σταθερά τα ειδικά «πράσινα» τιμολόγια, κρατώντας την τιμή του κυμαινόμενου πράσινου οικιακού τιμολογίου στα 0,139 €/kWh για τον Ιανουάριο 2026 εφαρμόζοντας έκπτωση 11%.
Η εικόνα του 2025: «Φωτιά» ο Φεβρουάριος
Οπως προκύπτει από τα στοιχεία για το 2025, η πορεία της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έντονη εποχικότητα, με σαφή διαφοροποίηση μεταξύ χειμερινών και θερινών μηνών, η οποία συνδέεται άμεσα με τη σύνθεση του μίγματος ηλεκτροπαραγωγής.
Ο ακριβότερος μήνας του έτους για την ελληνική αγορά το 2025 ήταν ο Φεβρουάριος, όταν η μέση τιμή διαμορφώθηκε περίπου στα 154 €/MWh, τοποθετώντας τη χώρα μεταξύ των ακριβότερων αγορών της Ευρώπης εκείνη την περίοδο.
Τον ίδιο μήνα, το μίγμα παραγωγής παρουσίασε αυξημένη εξάρτηση από το φυσικό αέριο, το οποίο κάλυψε περίπου το 49,8% της ηλεκτροπαραγωγής, ενώ η συμμετοχή των ΑΠΕ περιορίστηκε στο 33,4%. Οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στο 6,3%, με τον λιγνίτη και τις λοιπές τεχνολογίες να έχουν οριακή συμβολή.
Η εικόνα αυτή συνέπεσε χρονικά με την ανοδική πορεία των τιμών φυσικού αερίου στο TTF, οι οποίες αυξήθηκαν από 45,1 €/MWh τον Ιανουάριο σε 48,1 €/MWh τον Φεβρουάριο και 50,7 €/MWh τον Μάρτιο, ενισχύοντας περαιτέρω το κόστος της οριακής μονάδας και, κατ’ επέκταση, τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά της χώρας.
Ο ήπιος Αύγουστος
Στον αντίποδα, ο φθηνότερος μήνας του 2025 για την ελληνική αγορά ήταν ο Αύγουστος, με τη μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά να υποχωρεί περίπου στα 73 €/MWh.
Η αποκλιμάκωση αυτή συνοδεύτηκε από μια σαφώς διαφοροποιημένη εικόνα στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής, η οποία λειτούργησε καταλυτικά στη διαμόρφωση χαμηλότερων τιμών.
Τον Αύγουστο, οι ΑΠΕ κυριάρχησαν, καλύπτοντας περίπου το 51,9% της συνολικής παραγωγής, ενώ η συμμετοχή του φυσικού αερίου περιορίστηκε στο 34,7%. Οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στο 4,3%, με τον λιγνίτη και τις λοιπές τεχνολογίες να παραμένουν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.
Το υψηλό μερίδιο παραγωγής από φωτοβολταϊκά και αιολικά, σε συνδυασμό με την αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών φυσικού αερίου μετά την άνοιξη, συνέβαλε καθοριστικά στη μείωση της οριακής τιμής συστήματος και στη σχετική σύγκλιση της ελληνικής αγοράς με τις φθηνότερες ευρωπαϊκές αγορές κατά τη θερινή περίοδο.
Τιμές, μίγμα και target model
Συνολικά, η σύγκριση του ακριβότερου μήνα (Φεβρουαρίου) και του φθηνότερου (Αυγούστου) αναδεικνύει όχι μόνο ένα εύρος διακύμανσης άνω των 80 €/MWh, αλλά και τον καθοριστικό ρόλο της σύνθεσης του μίγματος παραγωγής στη διαμόρφωση της χονδρεμπορικής αγοράς στην Ελλάδα.
Η υψηλή εξάρτηση από το φυσικό αέριο σε περιόδους αυξημένης ζήτησης και ακριβών καυσίμων οδηγεί σε έντονη άνοδο των τιμών, ενώ η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ τους θερινούς μήνες λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός αποκλιμάκωσης.
Την ίδια στιγμή, η εμπειρία του 2025 επαναφέρει στο προσκήνιο τη δομική αδυναμία του ευρωπαϊκού target model, καθώς η τιμολόγηση με βάση την οριακή μονάδα έχει ως αποτέλεσμα το κόστος του φυσικού αερίου να μεταφέρεται σχεδόν αυτούσιο στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη και σε συστήματα με υψηλή συμμετοχή ΑΠΕ.
Το γεγονός αυτό περιορίζει την ικανότητα των ανανεώσιμων πηγών να «αποσυνδέσουν» τις τιμές ρεύματος από τα ορυκτά καύσιμα, ιδίως ελλείψει επαρκούς αποθήκευσης, και καθιστά αγορές όπως η ελληνική ιδιαίτερα ευάλωτες στις διεθνείς διακυμάνσεις του αερίου, διατηρώντας τις τιμές σε διαρθρωτικά υψηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό πυρήνα.
→ Διαβάστε επίσης: HELLENiQ Energy: Αντίστροφη μέτρηση για τον αγωγό Θεσσαλονίκης - Σκοπίων - Τι προβλέπει η απόφαση του ΥΠΕΝ
Το ενεργειακό «παραπέτασμα» στην Ευρώπη
Η μηνιαία αποτύπωση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας το 2025 αναδεικνύει για μία ακόμη φορά την ύπαρξη ενός ενεργειακού «παραπετάσματος» μεταξύ της Δυτικής και της Ανατολικής – Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Από τη μία πλευρά, αγορές όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και οι σκανδιναβικές χώρες καταγράφουν συστηματικά χαμηλότερες και πιο σταθερές τιμές, ακόμη και σε περιόδους αυξημένης ζήτησης. Από την άλλη, η Ελλάδα, μαζί με την Ιταλία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία και άλλες χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, εμφανίζουν επαναλαμβανόμενα υψηλότερα επίπεδα τιμών, με αποκλίσεις που σε αρκετούς μήνες υπερβαίνουν τα 50 έως και 80 €/MWh.
Η εικόνα αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά αποτυπώνει δομικές ασυμμετρίες στον βαθμό ενοποίησης των αγορών, στη διαθεσιμότητα διασυνδέσεων, στην πρόσβαση σε ευέλικτες μονάδες παραγωγής και στη δυνατότητα απορρόφησης και μεταφοράς φθηνότερης ενέργειας μεταξύ των περιφερειών.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, παρά τη θεωρητική ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρισμού, η Νοτιοανατολική Ευρώπη λειτουργεί de facto ως ενεργειακή νησίδα, με περιορισμένη δυνατότητα σύγκλισης προς τις τιμές του ευρωπαϊκού πυρήνα.
Η ηλεκτροπαραγωγή το 2025
Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με στοιχεία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας, το μίγμα της ηλεκτροπαραγωγής για το σύνολο του 2025 διαμορφώθηκε με τις ΑΠΕ να καλύπτουν περίπου 43,9% της συνολικής παραγωγής, ενώ ακολούθησε το φυσικό αέριο με μερίδιο 38,7%. Οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στο 7,8%, τα μεγάλα υδροηλεκτρικά στο 2,6%, ενώ ο λιγνίτης και οι συμβατικές μονάδες της Κρήτης είχαν οριακή συμμετοχή, της τάξης του 1%–2%.