Νέα πρόταση-λύση αναζητά το υπουργείο Ενέργειας για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, καθώς η πρόταση που βασιζόταν στο ιταλικό μοντέλο δεν εγκρίνεται από την Κομισιόν. Το επόμενο διάστημα θα συνεχιστούν οι διαβουλεύσεις και η προσπάθεια του ΥΠΕΝ να φέρει μια πρόταση που να μειώνει το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία αλλά σε νέα βάση.
Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων, που ξεκίνησε το ΥΠΕΝ με την Κομισιόν τον Δεκέμβριο, έγινε γνωστό στην ελληνική πλευρά ότι εφόσον υπάρχει ευρωπαϊκό πλαίσιο αποζημιώσεων για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, το CSAF (Clean Industrial State Aid Framework), πρέπει η όποια ελληνική πρόταση να στηριχθεί σε αυτό και όχι στο ιταλικό μοντέλο, το οποίο είχε προταθεί από την Ιταλία στα τέλη του 2024, όταν δεν υπήρχε το CSAF.
Η Κομισιόν θεωρεί πλέον συμβατή με το ευρωπαϊκό πλαίσιο όποια πρόταση εντάσσεται στο CSAF και όχι στο μοντέλο ενεργειακού δανεισμού που είναι το ιταλικό μοντέλο, το οποίο τελικά δεν εφαρμόστηκε ούτε από την Ιταλία.
Περιορισμοί στις ενισχύσεις μέσω CSAF
Το CSAF της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπει τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων προς την ενεργοβόρο βιομηχανία για την αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους, με αυστηρούς περιορισμούς.
Το πρόβλημα ωστόσο για την ελληνική πλευρά είναι ότι το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι οι αντισταθμίσεις για το έμμεσο κόστος ETS (indirect cost compensation), πρέπει να συνυπολογίζονται στο συνολικό όφελος που λαμβάνει η επιχείρηση. Δηλαδή, οι αντισταθμίσεις δεν θεωρούνται ανεξάρτητο ή «ουδέτερο» μέτρο, αλλά αποτελούν κρατική ενίσχυση και υπόκεινται στους κανόνες σώρευσης (cumulation).
Η πρόταση της ελληνικής πλευράς είναι η αύξηση του ποσοστού των χρημάτων που διατίθενται από τα έσοδα των ρύπων για την αντιστάθμιση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, από το 17% που είναι σήμερα στο 25%.
Το ποσοστό που χρησιμοποιείται για αντιστάθμιση είναι κλάσμα των συνολικών εσόδων από δημοπρασίες ETS — π.χ. περίπου 16,8% των εσόδων από δημοπρασίες ρύπων στην Ελλάδα για το 2023, που αντιστοιχούσε σε περίπου 280 εκ. € πριν τις εκκαθαρίσεις. Αν αυτό φτάσει το 25% θα είναι 131 εκ. ευρώ παραπάνω, το οποίο όμως συνυπολογίζεται στα μέτρα ενίσχυσης της βιομηχανίας.
Το άθροισμα όλων των σχετικών μέτρων (επιδότηση τιμής ρεύματος, αντισταθμίσεις ETS, άλλα ενεργειακά μέτρα) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ανώτατα επιτρεπτά όρια ενίσχυσης και κατά τον υπολογισμό του καθαρού οφέλους για την επιχείρηση, οι αντισταθμίσεις αφαιρούνται από το περιθώριο που απομένει για πρόσθετη στήριξη μέσω CSAF.
Τι προβλέπει το πλαίσιο του CSAF
Το πλαίσιο του CSAF δεν θεσπίζει ένα γενικευμένο δικαίωμα επιδότησης έως 50% του ενεργειακού κόστους, αλλά καθορίζει συγκεκριμένα ανώτατα όρια, προϋποθέσεις και υποχρεώσεις.
Με το CSAF, τα μέτρα στήριξης αφορούν μόνο επιχειρήσεις που θεωρούνται ενεργοβόρες και εκτεθειμένες σε διεθνή ανταγωνισμό, όπως αυτές προσδιορίζονται σε ευρωπαϊκούς καταλόγους επιλέξιμων τομέων.
Η ενίσχυση μπορεί να καλύπτει έως το 50% της ετήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας της επιχείρησης και να οδηγεί σε μείωση της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας έως 50%, υπό την προϋπόθεση ότι η τελική επιδοτούμενη τιμή δεν υποχωρεί κάτω από τα 50 €/MWh.
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η σύνδεση της ενίσχυσης με την πράσινη μετάβαση. Οι δικαιούχοι οφείλουν να επανεπενδύουν τουλάχιστον το 50% του ποσού της ενίσχυσης σε δράσεις απανθρακοποίησης, όπως επενδύσεις σε ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας, ενεργειακή αποδοτικότητα ή ευελιξία ζήτησης.
Η ενίσχυση είναι χρονικά περιορισμένη, με μέγιστη διάρκεια έως τρία έτη ανά επιχείρηση και καταληκτικό ορίζοντα εφαρμογής το 2030.
Οι αντισταθμίσεις λειτουργούν ως μέρος της συνολικής επιδότησης και περιορίζουν το μέγεθος της πρόσθετης ενίσχυσης που μπορεί να χορηγηθεί. Η λογική του πλαισίου είναι ότι η κρατική παρέμβαση πρέπει να καλύπτει μόνο το αναγκαίο μέρος του κόστους και όχι να οδηγεί σε υπεραντιστάθμιση ή σε στρέβλωση του ανταγωνισμού.
Τέλος, η εφαρμογή των μέτρων γίνεται σε εθνικό επίπεδο, με κάθε κράτος-μέλος να εξειδικεύει τα κριτήρια, τις διαδικασίες και τους ελέγχους, πάντοτε εντός των ορίων που θέτει το CSAF.
Επέκταση της στήριξης σε περισσότερους κλάδους
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε το Δεκέμβριο να επεκτείνει το πλαίσιο αποζημιώσεων προς ενεργοβόρες βιομηχανίες για το κόστος συμμόρφωσης με τους ευρωπαϊκούς κανόνες εκπομπών, στο πλαίσιο των προσπαθειών της να αποτρέψει τη μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με ανακοίνωση, οι αλλαγές αφορούν τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων και επιτρέπουν στα κράτη-μέλη να αποζημιώνουν περισσότερους βιομηχανικούς κλάδους για μέρος του αυξημένου κόστους ηλεκτρικής ενέργειας που προκύπτει από την τιμολόγηση του άνθρακα στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS).
Η Επιτροπή αναφέρει ότι το νέο πλαίσιο έχει στόχο την αποτροπή του φαινομένου της «διαρροής άνθρακα», δηλαδή της μετακίνησης παραγωγής σε χώρες εκτός ΕΕ με χαλαρότερους περιβαλλοντικούς περιορισμούς ή της αντικατάστασης ευρωπαϊκών προϊόντων από εισαγωγές με υψηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα.
Με τις νέες κατευθυντήριες γραμμές, η λίστα των επιλέξιμων για αποζημίωση τομέων διευρύνεται και περιλαμβάνει 20 επιπλέον βιομηχανικούς κλάδους. Μεταξύ αυτών βρίσκονται η παραγωγή οργανικών χημικών, καθώς και συγκεκριμένες δραστηριότητες στους τομείς της κεραμικής, του γυαλιού και των μπαταριών.
Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, η επέκταση κρίθηκε αναγκαία καθώς το κόστος των εκπομπών έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα περισσότερες βιομηχανίες να θεωρούνται πλέον εκτεθειμένες στον κίνδυνο διαρροής άνθρακα σε σχέση με το παρελθόν.
Η απόφαση εντάσσεται σε μια ευρύτερη μετατόπιση της ευρωπαϊκής πολιτικής, καθώς η Ένωση, υπό την πίεση βιομηχανικών φορέων και ορισμένων κρατών-μελών, προχωρά σε χαλάρωση ή προσαρμογή τμημάτων της κλιματικής νομοθεσίας, με στόχο τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.