Θα υπάρξει φθηνότερο ρεύμα στο μέλλον; Κανείς δεν μπορεί να δώσει ασφαλείς προβλέψεις σε έναν κόσμο γεμάτο γεωπολιτικές αβεβαιότητες. Είναι εύλογο, ωστόσο, ότι η αποκλιμάκωση των διεθνών εντάσεων, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της αποθήκευσης, των μπαταριών και των μηχανισμών διαχείρισης ζήτησης, μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση των τιμών.
Το Χρηματιστήριο Ενέργειας δεν κρύβει τις τιμές κάτω από το χαλί ούτε τις «φουσκώνει». Τις αποτυπώνει. Και αυτό είναι προϋπόθεση για να μπορούμε, ως κοινωνία και ως οικονομία, να παίρνουμε καλύτερες αποφάσεις για το ενεργειακό μας μέλλον.
Τα τελευταία χρόνια, κάθε φορά που η συζήτηση για τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας φουντώνει, το Χρηματιστήριο Ενέργειας βρίσκεται συχνά στο στόχαστρο. Η άποψη ότι «το ρεύμα μπήκε στο χρηματιστήριο και γι’ αυτό ακριβαίνει» έχει εδραιωθεί στη δημόσια σφαίρα. Πρόκειται, όμως, για μια εσφαλμένη και απλουστευτική ανάγνωση της πραγματικότητας, που περισσότερο συσκοτίζει παρά εξηγεί το πώς λειτουργεί η αγορά ενέργειας.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ο ρόλος του Χρηματιστηρίου Ενέργειας δεν είναι να διαμορφώνει ή να κατευθύνει τις τιμές. Ο ρόλος του είναι να διασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία των αγορών που διαχειρίζεται – της χονδρικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, της αγοράς φυσικού αερίου σε επίπεδο spot, καθώς και πλατφορμών όπως τα διμερή συμβόλαια ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs). Τα χρηματιστήρια, στην Ελλάδα και διεθνώς, δεν υπάρχουν για να εγγυώνται χαμηλές τιμές· υπάρχουν για να αποτυπώνουν με διαφάνεια τα θεμελιώδη μεγέθη της αγοράς.
Στο Χρηματιστήριο Ενέργειας διακινείται, σε ποσοστό άνω του 95%, φυσική ενέργεια. Δεν μιλάμε για παράγωγα προϊόντα ή για τίτλους που αλλάζουν χέρια δεκάδες φορές την ημέρα, όπως συμβαίνει στα χρηματιστήρια αξιών. Η ενέργεια που συναλλάσσεται είναι πραγματική, παράγεται και καταναλώνεται. Το μόνο «χρηματιστηριακό» στοιχείο είναι ο όρος.
Η συζήτηση για την οριακή τιμή (marginal pricing) είναι εξίσου φορτισμένη. Η αλήθεια είναι ότι ο τρόπος διαμόρφωσης της χονδρεμπορικής τιμής με βάση την ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση δεν είναι ελληνική ιδιομορφία. Εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες και ίσχυε στην Ελλάδα και πριν από την εφαρμογή του target model. Δεν πρόκειται για μια «εφεύρεση» του Χρηματιστηρίου Ενέργειας.
Τα δεδομένα, μάλιστα, είναι αποκαλυπτικά. Από την ένταξη της Ελλάδας στο target model, τον Νοέμβριο του 2020, το spread της χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με τη Γερμανία –που αποτελεί το ευρωπαϊκό benchmark– μειώθηκε σημαντικά και σταθεροποιήθηκε σε επίπεδα κάτω του 30%. Στο παρελθόν, πριν από το target model, το spread αυτό έφθανε ακόμη και το 90%, με την ελληνική αγορά να εμφανίζεται έως και διπλάσια σε κόστος.
Ακόμη και στην κορύφωση της ενεργειακής κρίσης, το καλοκαίρι του 2022, όταν οι τιμές του φυσικού αερίου εκτοξεύθηκαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα σε όλη την Ευρώπη, η Ελλάδα βρέθηκε στο ιστορικά χαμηλότερο σημείο ως προς τη διαφορά τιμών με τη Γερμανία. Αυτό από μόνο του λέει πολλά για το πώς λειτουργεί η σύζευξη των αγορών και για τα οφέλη του κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέτασε διεξοδικά το ερώτημα αν πρέπει να αλλάξει το μοντέλο τιμολόγησης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το marginal pricing παραμένει το βέλτιστο διαθέσιμο εργαλείο. Είναι το μοναδικό μοντέλο που μπορεί να δώσει σωστά επενδυτικά σήματα, να ενισχύσει τη ρευστότητα και να επιτρέψει τη σύζευξη των αγορών. Μέσω αυτής της σύζευξης, η ενέργεια ρέει από τις φθηνότερες προς τις ακριβότερες αγορές, αυξάνοντας το συνολικό κοινωνικό όφελος. Όταν μια χώρα έχει έλλειμμα, μπορεί να εισάγει από φθηνότερους γείτονες· όταν είναι πιο ανταγωνιστική, εξάγει.
Στην ενεργειακή μετάβαση, το Χρηματιστήριο Ενέργειας λειτουργεί ως διευκολυντής. Όποια κι αν είναι η πηγή παραγωγής – λιγνίτης, φυσικό αέριο, ΑΠΕ – η ενέργεια πρέπει να διοχετευθεί στο σύστημα και να συναλλαχθεί με διαφανή και αξιόπιστο τρόπο. Η εισαγωγή των 15λεπτων προϊόντων στη day-ahead αγορά και η ανάπτυξη της συνεχούς ενδοημερήσιας διαπραγμάτευσης ενισχύουν την ευελιξία και τη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών.
Την ίδια στιγμή, δεν μπορούμε να μιλάμε ρεαλιστικά για ενεργειακή μετάβαση χωρίς το φυσικό αέριο. Για τα επόμενα –τουλάχιστον– 20 χρόνια, το φυσικό αέριο θα παραμείνει βασικός πυλώνας του ενεργειακού συστήματος. Γι’ αυτό και η ανάπτυξη της αγοράς φυσικού αερίου στο Χρηματιστήριο Ενέργειας ήταν στρατηγική επιλογή. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια αγορά μόλις τριών ετών, η πρόοδος που έχει σημειωθεί αναγνωρίζεται πλέον και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με την Ελλάδα να κατατάσσεται στις πιο ώριμες αγορές της κατηγορίας της.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόσφατη αξιολόγηση του ACER, του Ευρωπαίου Ρυθμιστή Ενέργειας, ο οποίος αναγνώρισε τη διαφάνεια και την πληρότητα των στοιχείων της ελληνικής αγοράς. Η δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου δεν είναι ένδειξη προβλήματος· είναι ένδειξη ωριμότητας.
Ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου είναι Διευθύνων Σύμβουλος του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας