Η χθεσινή συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας του επικείμενου Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ δεν ήταν απλώς μια ακόμη έντονη εσωκομματική συζήτηση. Ήταν η ώρα της αποκάλυψης των υπαρκτών πολιτικών αλλά και προσωπικών ρηγμάτων, των διαφορετικών στρατηγικών αναγνώσεων και, κυρίως, της αδυναμίας του κόμματος να αρθρώσει με ενιαίο τρόπο το «τι θέλει να γίνει» σε μια περίοδο που οι πολιτικές συνθήκες θα μπορούσαν, θεωρητικά, να του είναι ευνοϊκές.
Με φόντο το Συνέδριο του προσεχούς Μαρτίου
Με φόντο το Συνέδριο του προσεχούς Μαρτίου, το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ταυτόχρονα μπροστά σε μια ευκαιρία και σε έναν κίνδυνο. Η ευκαιρία αφορά τη δημοσκοπική του ανάκαμψη και τη σχετική φθορά τόσο της κυβέρνησης όσο και του ευρύτερου χώρου της αντιπολίτευσης. Ο κίνδυνος, όμως, αφορά την εικόνα εσωστρέφειας και αστάθειας που εκπέμπει προς τα έξω, σε μια στιγμή που θα όφειλε να πείθει ότι αποτελεί αξιόπιστη, σοβαρή και έτοιμη εναλλακτική.
Ο πυρήνας της έντασης
Στον πυρήνα της έντασης βρίσκεται η στρατηγική κατεύθυνση του κόμματος. Από τη μία πλευρά, η ηγεσία, υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη, επιμένει σε μια γραμμή αυτόνομης πορείας, με έμφαση στην προγραμματική επεξεργασία, στη θεσμική αντιπολίτευση και στη σταδιακή οικοδόμηση πολιτικής αξιοπιστίας, που θα μπορεί να συζητά με άλλους προοδευτικούς πολιτικούς φορείς, αλλά από θέση ισχύος. Από την άλλη, κορυφαία στελέχη, μεταξύ των οποίων οι Χάρης Δούκας και Παύλος Γερουλάνος, θέτουν με ένταση το ζήτημα της πολιτικής αποτελεσματικότητας, αμφισβητώντας ανοιχτά αν η μέχρι τώρα στρατηγική αποδίδει τα προσδοκώμενα.
Η φράση του Χάρη Δούκα ότι «η στρατηγική μας απέτυχε» και η έκκλησή του στην ηγεσία «να αλλάξει πολιτική» λειτούργησε ως καταλύτης. Όχι τόσο γιατί ειπώθηκε, αφού η εσωτερική κριτική είναι θεμιτή σε κάθε ζωντανό κόμμα, αλλά γιατί ειπώθηκε δημόσια, σε μια στιγμή που το ΠΑΣΟΚ διεκδικεί ρόλο σταθερότητας και σοβαρότητας. Παράλληλα, ο Δήμαρχος Αθηναίων επιχείρησε να «εγκλωβίσει» τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ σε ένα καθαρό πολιτικό κείμενο που θα απαγόρευε στον Νίκο Ανδρουλάκη οποιαδήποτε μετεκλογική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η αντίδραση της ηγεσίας, αλλά και άλλων στελεχών, ανέδειξε ένα βαθύτερο πρόβλημα: τη δυσκολία συνύπαρξης διαφορετικών πολιτικών αναγνώσεων, χωρίς αυτές να μετατρέπονται σε ανοιχτή σύγκρουση.
Δοκιμασία συνοχής
Το Συνέδριο του Μαρτίου προβάλλει πλέον όχι απλώς ως κορυφαία κομματική διαδικασία, αλλά ως κρίσιμη δοκιμασία συνοχής. Η πρόταση της ηγεσίας για «τραπέζια διαλόγου» με άλλες προοδευτικές δυνάμεις επιχειρεί να απαντήσει στο αίτημα για πολιτική εξωστρέφεια χωρίς, όπως τονίζεται, να αναιρείται η αυτονομία του κόμματος. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η πρωτοβουλία δεν φαίνεται να γεφυρώνει πλήρως τις εσωτερικές διαφορές.
Για ένα τμήμα του κόμματος, η συζήτηση για συνεργασίες πρέπει να είναι πιο τολμηρή και πιο σαφής πολιτικά. Για ένα άλλο, κάθε τέτοια συζήτηση κρύβει τον κίνδυνο στρατηγικής ασάφειας ή ακόμη και απώλειας της διακριτής ταυτότητας του ΠΑΣΟΚ. Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν αυτές οι διαφορετικές προσεγγίσεις· το πρόβλημα είναι ότι μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να υπάρχει ένας κοινός πολιτικός «κανόνας παιχνιδιού» για το πώς αυτές συνυπάρχουν.
Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι οι ίδιες οι διαφωνίες, αλλά η εικόνα που διαμορφώνεται στη δημόσια σφαίρα. Σε μια περίοδο που οι πολίτες εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε κόμματα που μοιάζουν «να τσακώνονται με τον εαυτό τους», το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να εκπέμψει μήνυμα πολιτικής αστάθειας.
→ Διαβάστε επίσης: Αγρότες: Εν αναμονή αποφάσεων μετά τη συνάντηση στο Μαξίμου - Ανοιχτό το μέτωπο με την κυβέρνηση
Η δημοσκοπική άνοδος, έστω οριακή, παραμένει εύθραυστη. Δεν συνοδεύεται ακόμη από ένα ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό αφήγημα, ούτε από την αίσθηση ότι το κόμμα έχει λύσει τα βασικά του στρατηγικά ερωτήματα. Αντιθέτως, οι εικόνες εσωτερικής αντιπαράθεσης ενδέχεται να ενισχύσουν την καχυποψία ενός εκλογικού σώματος που έχει πληρώσει ακριβά, στο παρελθόν, τις διασπάσεις και τις ασάφειες του χώρου.
Το πραγματικό διακύβευμα για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ποιος «κέρδισε» μια συνεδρίαση ή ποια άποψη επικράτησε σε ένα όργανο. Είναι αν το κόμμα μπορεί να μετατρέψει τη σημερινή του κινητικότητα σε πολιτική ωριμότητα. Αν μπορεί να δείξει ότι οι διαφωνίες του δεν το αποδυναμώνουν, αλλά το ενισχύουν. Και, κυρίως, αν μπορεί να πείσει ότι διαθέτει όχι μόνο φιλοδοξία, αλλά και σχέδιο εξουσίας.
Το Συνέδριο του Μαρτίου, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα κριθεί από τα συνθήματα ή τις διακηρύξεις, αλλά από το αν θα καταφέρει να παράγει μια καθαρή στρατηγική γραμμή και έναν κοινό πολιτικό βηματισμό. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι το ΠΑΣΟΚ να εμφανιστεί ως ένα κόμμα που προσπαθεί να ενισχυθεί δημοσκοπικά, αλλά δεν έχει ακόμη αποφασίσει ποιον δρόμο θέλει πραγματικά να ακολουθήσει.
Και αυτός είναι ένας κίνδυνος που, στην παρούσα συγκυρία, δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει.