Νέα
  • ΓΔ: 1442.21 -2.04%
  • Τζίρος: 134,90 εκ €
Δείκτες / Μετοχές

Δρ. Τ. Αναστασάτος (Eurobank): Κεντρική επιδίωξη η αύξηση και ποιοτική αναβάθμιση επενδύσεων – Επιβάλλεται το ΤΑΑ να τρέξει ταχύτερα

Ο Δρ. Τάσος Αναστασάτος, Επικεφαλής Οικονομολόγος Eurobank και Πρόεδρος Επιστημονικού Συμβουλίου Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών

Θα απαιτηθεί μία σοβαρή προσπάθεια και ιδίως στην ενίσχυση των επενδύσεων, δημόσιων, ιδιωτικών και ΣΔΙΤ, για να συνεχίσει η χώρα να υπεραποδίδει της Ευρωζώνης και να μην συμπαρασυρθεί στη στασιμότητα, τονίζει με συνέντευξη του στην «Η», ο Δρ. Τάσος Αναστασάτος, Επικεφαλής Οικονομολόγος της Eurobank και Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών.

Ο έμπειρος τραπεζίτης, που θα συμμετέχει στο 9ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών την επόμενη εβδομάδα (10 με 13 Απριλίου στους Δελφούς), εκτιμά πως οι επίσημοι στόχοι για την ανάπτυξη το 2024 (2,9%) φαντάζουν φιλόδοξοι, «αν συνυπολογίσουμε τις εγχώριες τάσεις επιβράδυνσης με το δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον». Ο μετασχηματισμός του παραγωγικού μοντέλου προϋποθέτει αύξηση και ποιοτική αναβάθμιση των επενδύσεων κι αυτό αποτελεί κεντρική επιδίωξη, λέει, παρατηρώντας πως «υπάρχουν ενδείξεις καθυστερήσεων» στο Ταμείο Ανάκαμψης «και στο σκέλος των δανείων και στις επιδοτήσεις, όχι στην απορρόφηση των πόρων, αλλά στην υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες».

Γι αυτό και επιβάλλεται - όπως χαρακτηριστικά λέει, «η δημόσια διοίκηση να τρέξει ταχύτερα διότι το ΤΑΑ έχει συγκεκριμένο ορίζοντα εφαρμογής, μετά την παρέλευση του οποίου τα κεφάλαια χάνονται, δεν παραμένουν διαθέσιμα για άλλες χρήσεις όπως συνέβαινε με τα ΕΣΠΑ». 

Ο ίδιος στέκεται και στο μείγμα των επενδύσεων, λέγοντας πως «δεν αρκεί η άνοδος του επιπέδου των επενδύσεων. Το μίγμα των επενδύσεων έχει σημασία, πρέπει να έχει έμφαση στον μηχανολογικό εξοπλισμό, τις νέες τεχνολογίες και τις υποδομές». Προβλέπει μάλιστα πως «για να μπορέσουμε να ξαναφτάσουμε σε μερίδια επενδύσεων άνω του 20% του ΑΕΠ και μάλιστα με τέτοιο μίγμα, θα απαιτηθεί μακροχρόνια και συνεπής προσπάθεια και δεν αρκούν οι θετικές εξελίξεις που, όντως, έχουν συμβεί στην ελληνική οικονομία τα τελευταία έτη, όπως η έξοδος από την επιτήρηση και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας».

Προς το παρόν, πάντως, τα ποιοτικά στοιχεία της ανάπτυξης «απέχουν από το ιδεατό», δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος της προήλθε από την αντοχή της ιδιωτικής κατανάλωσης και την καλή επίδοση του τουρισμού, τονίζει. 

Ολόκληρη η συνέντευξη έχει ως εξής: 

Τα πρώτα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ έδειξαν πως η ανάπτυξη του 2023 έκλεισε, εν τέλει, στο 2% κάτω από τον πήχη της εκτίμησης του προϋπολογισμού για 2,4%. Στο περιβάλλον αυτό, θεωρείτε εφικτό το στόχο για ανάπτυξη 2,9% το 2024 μετά και την κάμψη των επενδύσεων που έδειξαν τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ; Αντέχει η χώρα να παράγει πλεονάσματα άνω του 2%  ή πρέπει να κινηθεί η Ε.Ε σε πιο χαλαρούς στόχους;

Πράγματι, η ανάπτυξη του 2023 έκλεισε στο 2%, το οποίο υπολείπεται των προβλέψεων του επίσημου τομέα. Η επίδοση παραμένει καλύτερη της μέσης στην Ευρωζώνη, η οποία αναπτύχθηκε με μόλις 0,4%, με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να πραγματοποιήσει οικονομική σύγκλιση για τρίτο συνεχές έτος.

Αν συνυπολογίσουμε τις εγχώριες τάσεις επιβράδυνσης με το δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον (οι πρόδρομοι δείκτες δεν δείχνουν κάποια σημαντική βελτίωση στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης τους επόμενους μήνες ενώ και η νομισματική πολιτική θα παραμείνει συσταλτική), οι επίσημοι στόχοι για την ανάπτυξη το 2024 φαντάζουν φιλόδοξοι.

Ωστόσο, τα ποιοτικά στοιχεία της ανάπτυξης απέχουν από το ιδεατό, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος της προήλθε από την αντοχή της ιδιωτικής κατανάλωσης και την καλή επίδοση του τουρισμού. Αντίθετα, οι επενδύσεις υποαπέδωσαν του στόχου και μάλιστα κάποια τμήματά τους πολύ κρίσιμα για τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές ικανότητες της χώρας, όπως ο μηχανολογικός εξοπλισμός, μειώθηκαν, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα της αύξησης προήλθε από τις επενδύσεις σε κατοικίες.

Επίσης, οι εξαγωγές αγαθών επιβραδύνθηκαν ως αποτέλεσμα και της στασιμότητας στο εξωτερικό περιβάλλον. Αν συνυπολογίσουμε τις εγχώριες τάσεις επιβράδυνσης με το δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον (οι πρόδρομοι δείκτες δεν δείχνουν κάποια σημαντική βελτίωση στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης τους επόμενους μήνες ενώ και η νομισματική πολιτική θα παραμείνει συσταλτική), οι επίσημοι στόχοι για την ανάπτυξη το 2024 φαντάζουν φιλόδοξοι.

Θα απαιτηθεί μία σοβαρή προσπάθεια και ιδίως στην ενίσχυση των επενδύσεων, δημόσιων, ιδιωτικών και ΣΔΙΤ, για να συνεχίσει η χώρα να υπεραποδίδει της Ευρωζώνης και να μην συμπαρασυρθεί στη στασιμότητα.

Όσον αφορά στα δημοσιονομικά πλεονάσματα, κατ’ ουσίαν κι αυτό ανάγεται στο ερώτημα της ανάπτυξης: εφόσον η οικονομία αναπτύσσεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς, ένα πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 2% μπορεί να επιτευχθεί χωρίς υπερβολική επιβάρυνση της παραγωγικής οικονομίας. Σε ένα πιθανό περιβάλλον οικονομικής στασιμότητας, ο στόχος αυτός είναι πολύ πιο επώδυνος.

Ένα μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, όπως περιγράφεται συχνά, είναι το λεγόμενο επενδυτικό κενό και η υστέρηση της χώρας μας σε επενδύσεις συγκριτικά με άλλες χώρες της Ε.Ε. Έχετε πρόσφατα επισημάνει πως το κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας απομειώθηκε κατά 100 δις ευρώ σε σταθερές τιμές τα προηγούμενα 12 χρόνια και χρειαζόμαστε πραγματικούς ετήσιους ρυθμούς αύξησης 8%-10% για τα επόμενα 10 χρόνια για να φτάσουμε στο επίπεδο του 2010. Δεδομένης και της επιβράδυνσης της ανάπτυξης, πότε μπορούμε να ελπίζουμε πως θα φτάσουμε και θα ξεπεράσουμε το στόχο αυτό;

Για να γίνει κατανοητό πόση απόσταση ακόμη έχουμε να διανύσουμε, να αναφέρω ότι μετά και την επίδοση του 2023, το μερίδιο των επενδύσεων παγίων στο ΑΕΠ ήταν μόλις στο 14,3%, ενώ το μέσο αντίστοιχο στην Ευρωζώνη ήταν 21,3%.

Δεν αρκεί η άνοδος του επιπέδου των επενδύσεων. Το μίγμα των επενδύσεων έχει σημασία, πρέπει να έχει έμφαση στον μηχανολογικό εξοπλισμό, τις νέες τεχνολογίες και τις υποδομές.

Ίσως αυτός πρέπει να είναι ο άμεσος στόχος μας, να φτάσουμε το μέσο μερίδιο της Ευρωζώνης, δεδομένου ότι αυτή τη στιγμή το επίπεδο των επενδύσεων μετά βίας ξεπερνά τις αποσβέσεις και δεν χτίζεται νέο κεφάλαιο. Αυτός ο στόχος απαιτεί πραγματική (αποπληθωρισμένη) αύξηση των επενδύσεων παγίων κατά σχεδόν 10% ετησίως επί μια δεκαετία. Με βάση τις παρούσες τάσεις, ο στόχος αυτός είναι απαιτητικός.

Δεν αρκεί όμως η άνοδος του επιπέδου των επενδύσεων. Επιπλέον, το μίγμα των επενδύσεων έχει σημασία, πρέπει να έχει έμφαση στον μηχανολογικό εξοπλισμό, τις νέες τεχνολογίες και τις υποδομές. Στο παρελθόν η έμφαση ήταν στις κατοικίες, που είχαν φτάσει το 2007 να είναι άνω του 40% του συνόλου των επενδύσεων.

Οι επενδύσεις στις κατοικίες έχουν διασπορά ζήτησης βαθιά στην οικονομία αλλά δεν αποτελούν παραγωγική υποδομή. Για να μπορέσουμε να ξαναφτάσουμε σε μερίδια επενδύσεων άνω του 20% του ΑΕΠ και μάλιστα με τέτοιο μίγμα, θα απαιτηθεί μακροχρόνια και συνεπής προσπάθεια και δεν αρκούν οι θετικές εξελίξεις που, όντως, έχουν συμβεί στην ελληνική οικονομία τα τελευταία έτη, όπως η έξοδος από την επιτήρηση και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.

Θα απαιτηθεί επιτάχυνση της υλοποίησης του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης (ΤΑΑ) και βελτίωση των παραμέτρων που ορίζουν την ελκυστικότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων.

Για να μπορέσουμε να ξαναφτάσουμε σε μερίδια επενδύσεων άνω του 20% του ΑΕΠ και μάλιστα με τέτοιο μίγμα, θα απαιτηθεί μακροχρόνια και συνεπής προσπάθεια και δεν αρκούν οι θετικές εξελίξεις που, όντως, έχουν συμβεί στην ελληνική οικονομία τα τελευταία έτη, όπως η έξοδος από την επιτήρηση και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.

Σε αντίθεση με τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου, ένας επενδυτής που σκέφτεται να επενδύσει σε πραγματικά κεφαλαιουχικά στοιχεία στη χώρα, δεσμεύει τα χρήματα του για 15 ή 20 χρόνια κι επομένως τον ενδιαφέρουν πολύ περισσότερο οι παράμετροι της δομικής ανταγωνιστικότητας, όπως η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης, η αποτελεσματικότητα και ακεραιότητα της δημόσιας διοίκησης, το επίπεδο της εκπαίδευσης του εργατικού δυναμικού και η χάραξη των χρήσεων γης. Σε αυτά, έχουν γίνει μεν σημαντικά βήματα, απέχουμε όμως ακόμη αρκετά από το επίπεδο των λοιπών χωρών της Ευρωζώνης.

Το Ταμείο Ανάκαμψης βρίσκεται σε κομβικό σημείο όσον αφορά στην ωρίμανσή των επενδύσεων που χρηματοδοτεί. Πόσο κρίσιμη χρονιά είναι το 2024 σε αυτό το πεδίο και πόσο γρήγορα πρέπει να τρέξει η απορροφητικότητά του φέτος και τα αμέσως επόμενα χρόνια; Εκτιμάτε πως υπάρχουν ενδείξεις καθυστερήσεων;

Η εκτέλεση του επενδυτικού προγράμματος του ΤΑΑ είναι εκ των ων ουκ άνευ στην προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η αδυναμία των επενδύσεων, όχι μόνο διότι αυξάνει τις δημόσιες επενδύσεις αλλά και διότι δημιουργεί οικονομίες κλίμακος και φάσματος και για τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Χωρίς αυτό, η χώρα δύσκολα θα υπεραπέδιδε αναπτυξιακά έναντι της λοιπής Ευρωζώνης. Αλλά το ΤΑΑ δεν πρέπει να το βλέπουμε απλώς ως ένα εργαλείο για να τονωθεί η ζήτηση στην οικονομία βραχυπρόθεσμα, όπως δυστυχώς, σε μεγάλο βαθμό, χρησιμοποιήσαμε τα ΕΣΠΑ στο παρελθόν.

Υπάρχουν όντως ενδείξεις καθυστερήσεων, και στο σκέλος των δανείων και στις επιδοτήσεις, όχι στην απορρόφηση των πόρων, αλλά στην υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες. Επιβάλλεται η δημόσια διοίκηση να τρέξει ταχύτερα διότι, θυμίζω, το ΤΑΑ έχει συγκεκριμένο ορίζοντα εφαρμογής, μετά την παρέλευση του οποίου τα κεφάλαια χάνονται, δεν παραμένουν διαθέσιμα για άλλες χρήσεις όπως συνέβαινε με τα ΕΣΠΑ.

Το ΤΑΑ συνοδεύεται από μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις του έχουν έμφαση σε στοχευμένους τομείς, όπως η πράσινη μετάβαση, η ψηφιοποίηση και η κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού. Αυτά είναι κρίσιμα για τις μακροπρόθεσμες παραγωγικές ικανότητες της οικονομίας και τον μετασχηματισμό του παραγωγικού υποδείγματος, άρα για την ανάπτυξη με διατηρήσιμο τρόπο.

Υπάρχουν όντως ενδείξεις καθυστερήσεων, και στο σκέλος των δανείων και στις επιδοτήσεις, όχι στην απορρόφηση των πόρων, αλλά στην υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες. Επιβάλλεται η δημόσια διοίκηση να τρέξει ταχύτερα διότι, θυμίζω, το ΤΑΑ έχει συγκεκριμένο ορίζοντα εφαρμογής, μετά την παρέλευση του οποίου τα κεφάλαια χάνονται, δεν παραμένουν διαθέσιμα για άλλες χρήσεις όπως συνέβαινε με τα ΕΣΠΑ.

Άρα όλοι οι επόμενοι μήνες μέχρι το τέλος του 2025 είναι κρίσιμοι. Το ΤΑΑ είναι ίσως το τελευταίο μεγάλο πακέτο πόρων και συναφών μεταρρυθμίσεων που θα μας σπρώξει προς την οικονομική σύγκλιση και δεν πρέπει να χαθεί.

Ο οίκος Moodys διατήρησε σταθερή την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας ένα σκαλοπάτι πριν την επενδυτική βαθμίδα, προτάσσοντας την ανάγκη για μεγαλύτερη ταχύτητα στις μεταρρυθμίσεις (και κυρίως στην Δικαιοσύνη), το πολύ υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αλλά και τον μονοδιάστατο χαρακτήρα της οικονομίας που βασίζεται πολύ σε τουρισμό και ναυτιλία. Εχετε πει αρκετές φορές πως πρέπει να αλλάξει το ελληνικό οικονομικό μοντέλο. Το βλέπετε να συμβαίνει; Και είναι κάτι που μπορούμε να πετύχουμε, τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο;

Ανέφερα ήδη ότι ο μετασχηματισμός του παραγωγικού μοντέλου προϋποθέτει αύξηση και ποιοτική αναβάθμιση των επενδύσεων, αυτό αποτελεί κεντρική επιδίωξη. Ανάπτυξη χωρίς επενδύσεις δεν υφίσταται, επιστροφή των Ελλήνων που έφυγαν τα χρόνια της κρίσης χωρίς επενδύσεις που θα δημιουργήσουν ποιοτικότερες δουλειές δεν υφίσταται επίσης. Επιπροσθέτως, απαιτείται, πράγματι, να αυξηθούν περαιτέρω οι εξαγωγές και δη των αγαθών ώστε η οικονομία μας να μην καταλήξει μία μονοκαλλιέργεια τουρισμού, κάτι που θα μας έκανε πολύ ευαίσθητους στις μεταβολές του εξωτερικού περιβάλλοντος.

Το ΤΑΑ είναι ίσως το τελευταίο μεγάλο πακέτο πόρων και συναφών μεταρρυθμίσεων που θα μας σπρώξει προς την οικονομική σύγκλιση και δεν πρέπει να χαθεί.

Να προσθέσω και μια παράμετρο ακόμη, δεν αρκεί να αυξηθεί ό όγκος των εξαγωγών αλλά πρέπει να αλλάξει και το μίγμα τους, όπως και της παραγωγής εν γένει. Οι εξαγωγές των αγαθών παραμένουν επικεντρωμένες σε μικρό εύρος προϊόντων, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι χαμηλής τεχνολογίας. Χρειαζόμαστε νέες εξειδικεύσεις που να ενσωματώνουν περισσότερη γνώση και τεχνολογία ώστε να μην καταλήξουμε να ανταγωνιζόμαστε τις αναπτυσσόμενες χώρες σε όρους κόστους. Έχει επιτευχθεί πρόοδος σε επενδύσεις κι εξαγωγές από τότε που η χώρα εξήλθε των Προγραμμάτων Προσαρμογής αλλά έχουμε δουλειά ακόμη. Οι εισαγωγές συνεχίζουν να αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές διότι η κατανάλωση παραμένει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ (68% έναντι 52% στην Ευρωζώνη) ενώ και η παραγωγή έχει πολύ μεγάλο ποσοστό εισαγόμενων εισροών.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2023 ήταν περίπου 6,5% του ΑΕΠ, ποσοστό πολύ μεγάλο εάν σκεφτεί κανείς ότι οι τιμές των καυσίμων μειώθηκαν σημαντικά έναντι του 2022, από όπου προήλθε όλη η μείωση του ελλείμματος. Τονίζω και πάλι ότι το σημαντικότερο εργαλείο που διαθέτουμε για να στηρίξουμε αυτή τη μετάβαση είναι οι διαρθωτικές μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν το οικονομικό περιβάλλον και όχι οι εισοδηματικές ενισχύσεις. Επομένως η απάντηση στο ερώτημά σας αν είναι εφικτή η αλλαγή μοντέλου ανάπτυξης εξαρτάται από το πόσο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις θα εφαρμόσουμε και πόσο γρήγορα θα το κάνουμε αυτό.

Είδαμε την ΤτΕ να βάζει «κόφτες» στα δάνεια με εξασφάλιση οικιστικά ακίνητα και αφετηρία το 2025. Γιατί αυτοί οι νέοι κανόνες και τα όρια είναι απαραίτητα στη νέα εποχή κατά την οποία περιμένουμε να δούμε και μειώσεις επιτοκίων;

Το μέτρο της ΤτΕ είναι αμιγώς προληπτικού χαρακτήρα κι έχει ως στόχο να αποφευχθούν στο μέλλον, όταν οι νομισματικές συνθήκες θα είναι χαλαρότερες, υπερβολές σαν κι αυτές που έχουμε δει στο παρελθόν, προ κρίσεως, όταν είχαν φτάσει να δίνονται δάνεια ακόμα και μεγαλύτερα της αξίας των ενεχυριαζόμενου ακινήτου ή χωρίς τη δέουσα επιμέλεια ως προς την εισοδηματική ικανότητα των δανειζόμενων να αποπληρώσουν το δάνειό τους.

Η απάντηση στο ερώτημά σας αν είναι εφικτή η αλλαγή μοντέλου ανάπτυξης εξαρτάται από το πόσο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις θα εφαρμόσουμε και πόσο γρήγορα θα το κάνουμε αυτό.

Σήμερα, τα όρια που θέτει η ΤτΕ δεν αποτελούν περιορισμό διότι οι τράπεζες εφαρμόζουν οι ίδιες ακόμη αυστηρότερα όρια, έχουν διδαχθεί από την κληρονομιά της κρίσης και δεν επαναλαμβάνουν τα λάθη του παρελθόντος. Επιπλέον, η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια παραμένει σχετικά χαμηλή. Επομένως, η κίνηση της ΤτΕ είναι μια εξασφάλιση κι έναντι της όποιας πίεσης θα μπορούσε να ασκηθεί μελλοντικά στις τράπεζες να χαλαρώσουν υπερβολικά τα κριτήρια δανειοδότησης.

Αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν «δείξει» προς τον Ιούνιο για την αφετηρία της νέας πορείας προς τη νομισματική χαλάρωση με την πρώτη μείωση επιτοκίων. Συμφωνείτε με μια τέτοια προοπτική και πόσα βήματα πρέπει να γίνουν, σύμφωνα με την εκτίμησή σας, σε αυτή την πορεία εντός του 2024; Μήπως έχουμε καθυστερήσει ήδη;

Οι αγορές το προηγούμενο διάστημα είχαν σπεύσει να προεξοφλήσουν περισσότερες και ταχύτερες μειώσεις επιτοκίων από όσες οι ίδιοι οι αξιωματούχοι, τόσο της ΕΚΤ όσο και της Fed, είχαν δώσει ενδείξεις ότι θα κάνουν. Τώρα πλέον έχει υπάρξει μια ευθυγράμμιση των προσδοκιών.

Η πιθανότερη ημερομηνία της πρώτης μείωσης, με τα σημερινά δεδομένα, είναι όντως τον Ιούνιο, δεν μπορούμε όμως να εκτιμήσουμε με σιγουριά πόσες μειώσεις θα γίνουν εντός του 2024 διότι η ίδια η ΕΚΤ μας έχει πει ότι θα σταθμίσει τις κινήσεις της με βάση την εξέλιξη των μακροοικονομικών στοιχείων, δεν δεσμεύεται σε συγκεκριμένα βήματα.

Αυτό συμβαίνει διότι η ΕΚΤ θέλει να είναι σίγουρη ότι η μείωση του πληθωρισμού προς τον στόχο του 2% θα είναι σταθερή και συνεπής πριν προβεί σε μειώσεις επιτοκίων, ειδάλλως θα διακινδύνευε το κύρος της. Η πορεία της οικονομίας της Ευρωζώνης επιτρέπει βαθμούς ελευθερίας δεδομένου ότι, ναι μεν η ανάπτυξη παραμένει αναιμική, αλλά το ενδεχόμενο μιας βαθιάς ύφεσης φαίνεται να έχει αποφευχθεί.

Η πιθανότερη ημερομηνία της πρώτης μείωσης, με τα σημερινά δεδομένα, είναι όντως τον Ιούνιο, δεν μπορούμε όμως να εκτιμήσουμε με σιγουριά πόσες μειώσεις θα γίνουν εντός του 2024

Το πρόγραμμα αποεπένδυσης του ΤΧΣ είχε αναμφισβήτητα πολύ μεγάλη επιτυχία. Τι σηματοδοτεί η πλήρης ιδιωτικοποίηση των τραπεζών για τις επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά και την ελληνική οικονομία γενικότερα;

Αναμφισβήτητα η πλήρης επιστροφή των τραπεζών στον ιδιωτικό τομέα σηματοδοτεί στο συμβολικό επίπεδο την επιστροφή στην κανονικότητα μετά από σχεδόν 15 χρόνια κρίσης, ανακεφαλαιοποίησεων και αναδιαρθρώσεων. Και σε πραγματικό επίπεδο όμως, το έντονο ενδιαφέρον της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας για τις ελληνικές τράπεζες πιστοποιεί τα υγιή οικονομικά τους μεγέθη: άνετη κεφαλαιακή επάρκεια, απομειωμένες επισφάλειες και άφθονη ρευστότητα, με τον λόγο δανείων και καταθέσεων σε επίπεδο συστήματος να βρίσκεται στο 60%.

Το τελευταίο είναι σημαντικό για την αναπτυξιακή πορεία της χώρας, για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, ας μην ξεχνάμε ότι είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξει ανάπτυξη σε μια χώρα χωρίς ταυτόχρονη θετική πιστωτική επέκταση. Να προσθέσω κάτι ακόμη: η εφαρμογή ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων από τις τράπεζες, σε συνδυασμό με την αυστηρή εποπτεία από τις ευρωπαϊκές κι ελληνικές αρχές, αποτελεί και μια δικλίδα ασφαλείας ότι τα χρήματα των καταθετών θα διοχετεύονται στις βέλτιστες, πιο παραγωγικές τοποθετήσεις.

Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες ανακοίνωσαν ισχυρά κέρδη για το 2023 – ελέω της νομισματικής σύσφιξης και της αύξησης των επιτοκίων – ενώ ετοιμάζονται να διανείμουν μέρισμα για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια. Είναι προφανές πως το τραπεζικό σύστημα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση συγκριτικά με την συνθήκη της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Υπάρχουν, ωστόσο, κίνδυνοι στην νέα εποχή και ποιοι είναι αυτοί;

Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών επιτοκίων, η θεωρία λέει ότι μπορεί να τεθούν ερωτήματα ως προς την ποιότητα της ζήτησης για δάνεια αλλά και ως προς τη φερεγγυότητα νοικοκυριών κι επιχειρήσεων. Προς το παρόν δεν έχουν εμφανιστεί σχετικές πιέσεις αλλά απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση, ιδίως δεδομένης και της αβεβαιότητας που δημιουργείται από τη στασιμότητα στην Ευρωζωνη και τις γεωστρατηγικές αναταράξεις.

Πιο μακροχρόνια, καθώς τα επιτόκια θα μειώνονται σε πιο «κανονικά» επίπεδα και τα σχετικά έκτακτα κέρδη θα εξομαλυνθούν, η πορεία των τραπεζών συνδέεται άρρηκτα με την πορεία της οικονομίας με μια σχέση αμφίδρομη: η ανάπτυξη προϋποθέτει υγιείς τράπεζες αλλά δημιουργεί και δυνατότητες ανάπτυξης εργασιών γι αυτές.

Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών επιτοκίων, η θεωρία λέει ότι μπορεί να τεθούν ερωτήματα ως προς την ποιότητα της ζήτησης για δάνεια αλλά και ως προς τη φερεγγυότητα νοικοκυριών κι επιχειρήσεων. Προς το παρόν δεν έχουν εμφανιστεί σχετικές πιέσεις αλλά απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση, ιδίως δεδομένης και της αβεβαιότητας που δημιουργείται από τη στασιμότητα στην Ευρωζωνη και τις γεωστρατηγικές αναταράξεις.

Τέλος, οι τράπεζες έχουν να διεκπεραιώσουν τα επόμενα χρόνια ένα τεράστιο επενδυτικό πρόγραμμα κι έναν βαθύ εσωτερικό μετασχηματισμό, ούτως ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της νέας ψηφιακής εποχής, με τη δραστική επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης και των μεγάλων δεδομένων, αλλά και να ανταπεξέλθουν επιτυχώς στον ανταγωνισμό των νέων παρόχων χρηματοπιστωτικής τεχνολογίας.

Θεωρώ ότι ο μοναδικός συνδυασμός υψηλής τεχνογνωσίας, εκτεταμένου δικτύου και στρατηγικής τοποθέτησης που διαθέτουν οι ελληνικές τράπεζες, τους παρέχει όλες τις προϋποθέσεις ώστε να βγουν νικητές και να αποκτήσουν και πάλι στάτους περιφερειακής δύναμης, επ’ ωφελεία της εθνικής οικονομίας.

Ημερησία στο Google News Ακολούθησε την Ημερησία στο Google News!

Διαβάστε επίσης:

  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς

Newsletter

Η ημέρα ξεκινάει εδώ. Το imerisia.gr ετοιμάζει το δικό του newsletter. Κάντε εγγραφή εδώ για να είστε οι πρώτοι που θα λαμβάνετε όλες τις οικονομικές ειδήσεις της ημέρας.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ - ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΗΜΕΡΗΣΙΑ TALKS

Περισσότερα