Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προχωρήσει στη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις χώρες της Mercosur έρχεται σε μια περίοδο μεγάλων αγροτικών κινητοποιήσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Από τη Γαλλία και την Πολωνία έως το Βέλγιο και την Ελλάδα, οι αγρότες εκφράζουν φόβους ότι το άνοιγμα μιας τεράστιας αγοράς θα συνοδευτεί από κύμα φθηνών εισαγωγών και νέα πίεση στις τιμές του παραγωγού. Σε αυτό το κλίμα, η θετική ψήφος της Ελλάδας στη συμφωνία αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό και οικονομικό βάρος, καθώς συμπίπτει με τις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τα αγροτικά μπλόκα.
Η συμφωνία, που αφορά την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Παραγουάη, την Ουρουγουάη και τη Βολιβία, εγκρίθηκε σε επίπεδο κρατών-μελών με ειδική πλειοψηφία, παρά τις αντιδράσεις χωρών όπως η Γαλλία, η Πολωνία και η Αυστρία. Παράλληλα, δρομολογήθηκε και μια «ενδιάμεση εμπορική συμφωνία» που επιτρέπει την ταχύτερη εφαρμογή βασικών εμπορικών διατάξεων, πριν τεθεί σε πλήρη ισχύ το συνολικό κείμενο.
Το ευρωπαϊκό στοίχημα
Για τις Βρυξέλλες, η Mercosur δεν είναι απλώς μια εμπορική συμφωνία. Εντάσσεται στη στρατηγική της ΕΕ να ενισχύσει την παρουσία της στη Λατινική Αμερική, να διαφοροποιήσει τις αγορές της και να εξασφαλίσει πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι έως το 2040 η συμφωνία μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες 50 δισ. ευρώ για τους Ευρωπαίους εξαγωγείς, ενώ η κατάργηση δασμών στο 91% των ευρωπαϊκών προϊόντων προς τις χώρες της Mercosur αναμένεται να μειώσει σημαντικά το κόστος για τη βιομηχανία.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, χτυπά συναγερμός σε έναν άλλο κρίσιμο οικονομικό πυλώνα της ΕΕ, τον πρωτογενή τομέα: Οι αγρότες προειδοποιούν ότι η ενίσχυση του εμπορίου σε προϊόντα όπως το βόειο κρέας, τα πουλερικά και τα σιτηρά θα οξύνει τον ανταγωνισμό, θα πιέσει τα αγροτικά εισοδήματα και θα επιβαρύνει το περιβάλλον, ενώ ταυτόχρονα εγείρει ανησυχίες για την υγεία των καταναλωτών, καθώς στις χώρες της Λατινικής Αμερικής δεν εφαρμόζονται τα ίδια αυστηρά πρότυπα ασφάλειας που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η ελληνική θέση
Η Ελλάδα ψήφισε υπέρ της συμφωνίας, με την κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι το τελικό κείμενο περιλαμβάνει κρίσιμες δικλείδες ασφαλείας για τον αγροτικό τομέα. Κεντρικό επιχείρημα αποτελεί η προστασία 21 ελληνικών προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ, μεταξύ των οποίων η φέτα, ελαιόλαδα συγκεκριμένων περιοχών, η μαστίχα Χίου, ο κρόκος Κοζάνης, καθώς και οίνοι όπως της Σαντορίνης, της Νεμέας, της Νάουσας και της Σάμου, αλλά και το τσίπουρο.
Ωστόσο, προβλέπεται μεταβατική περίοδος έως και επτά ετών για την πλήρη εφαρμογή της προστασίας αυτής, κάτι που αφήνει μεσοδιάστημα αβεβαιότητας για την αγορά. Παράλληλα, η Κομισιόν δεσμεύεται ότι οι εισαγωγές θα υπόκεινται σε ελέγχους ισοδυναμίας και προβλέπονται μηχανισμοί διασφάλισης σε περίπτωση αιφνίδιας αύξησης εισαγωγών.
Περιορισμένες εξαγωγικές προοπτικές
Για την ελληνική αγροτική οικονομία, το ισοζύγιο δεν είναι μονοσήμαντο. Υπάρχουν προϊόντα –όπως το ελαιόλαδο και τα μεταποιημένα τρόφιμα– που σήμερα επιβαρύνονται με υψηλούς δασμούς στις χώρες της Mercosur και θα μπορούσαν να αποκτήσουν καλύτερη πρόσβαση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ελληνική κονσερβοποιία, όπου οι δασμοί έφταναν έως και το 55%.
Από την άλλη πλευρά, η αύξηση των ελληνικών αγροτικών εξαγωγών αναμένεται να είναι περιορισμένη, καθώς αγορές όπως της Αργεντινής και της Βραζιλίας καλύπτονται ήδη από άλλες χώρες και η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών παραμένει χαμηλότερη.
Την ίδια στιγμή, οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι εντοπίζονται στις εισαγωγές. Προϊόντα όπως το βόειο κρέας, τα πουλερικά, το μέλι, το ρύζι, ο αραβόσιτος, το κρασί και τα φρούτα ενδέχεται να δεχθούν ισχυρές πιέσεις από φθηνότερα προϊόντα των παραπάνω χωρών με σημαντικά χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Το πραγματικό τεστ
Στην πράξη, η συμφωνία ΕΕ - Mercosur δοκιμάζει την αντοχή της ελληνικής γεωργίας σε ένα πολύ πιο σκληρό περιβάλλον ανταγωνισμού. Οι προβλέψεις για την προστασία ΠΟΠ και μηχανισμούς διασφάλισης υπάρχουν επί χάρτου, όμως οι αγορές κινούνται συχνά ταχύτερα από τους ελέγχους. Όταν μεγάλες ποσότητες φθηνότερων αγροτικών προϊόντων αρχίζουν να εισρέουν, η πίεση μεταφέρεται άμεσα στην τιμή του παραγωγού.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με κατακερματισμένη παραγωγή και υψηλό κόστος εισροών, ο κίνδυνος δεν είναι θεωρητικός. Αφορά το αν θα επιβιώσουν χιλιάδες μικροί παραγωγοί σε κλάδους όπως το κρέας, το μέλι, το ρύζι, τα φρούτα και το κρασί.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Mercosur δεν είναι μια μακρινή συμφωνία που δεν θα μας αγγίξει. Είναι ένας παράγοντας που μπορεί να αναδιαμορφώσει την ελληνική ύπαιθρο, με τις επιπτώσεις να αποτυπώνονται στα εισοδήματα, στις καλλιέργειες και στη βιωσιμότητα και μακροημέρευση των αγροτικών περιοχών και της επαρχίας έξω από τα αστικά κέντρα.