Η ελληνική αγορά επαγγελματικών ακινήτων επέμεινε σε υψηλούς ρυθμούς και το 2025, διατηρώντας έντονη κινητικότητα σε μισθώσεις και επενδύσεις και καταγράφοντας –σύμφωνα με την Cushman & Wakefield Proprius– ιστορικό ρεκόρ συναλλαγών. Ο όγκος των deals αυξήθηκε κατά 47% σε σχέση με το 2024, επιβεβαιώνοντας τη συνεχή ανοδική πορεία που αποτυπώνεται από το 2020 και μετά.
Με βάση τις εκτιμήσεις της εταιρείας, οι συνολικές επενδύσεις σε εμπορικά ακίνητα διαμορφώθηκαν στα 2,9 δισ. ευρώ το 2025, επίσης αυξημένες κατά 47% σε ετήσια βάση. Στον υπολογισμό δεν περιλαμβάνεται η επένδυση της ION στο έργο της Lamda στο Ελληνικό, η οποία αντιμετωπίζεται ως ειδική περίπτωση λόγω μεγέθους και χαρακτηριστικών.
Το επενδυτικό «βάρος» σήκωσε για ακόμη μία χρονιά ο κλάδος της φιλοξενίας
Το επενδυτικό «βάρος» σήκωσε για ακόμη μία χρονιά ο κλάδος της φιλοξενίας, ο οποίος απορρόφησε κεφάλαια 1,4 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 44,5% του συνολικού όγκου. Δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία ήταν τα γραφεία, με 750 εκατ. ευρώ (27,3%), σε μια αγορά όπου η ποιότητα εξακολουθεί να είναι καθοριστικό κριτήριο: τα σύγχρονα, ενεργειακά αποδοτικά ακίνητα κρατούν ισχυρότερη ζήτηση σε σχέση με παλαιότερα κτίρια, τα οποία δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν σε λειτουργικό κόστος και προδιαγραφές.
Η εικόνα του 2025 διαμορφώθηκε κυρίως από εγχώρια κεφάλαια, με θεσμικούς επενδυτές και family offices να δίνουν τον τόνο. Στους πιο ενεργούς «παίκτες» που αναφέρονται περιλαμβάνονται η Alpha Bank, η Yoda Group, ο Γιώργος Προκοπίου, η Dimand και η Trastor ΑΕΕΑΠ, ενώ πρόσθετη κινητικότητα συνδέεται και με την αναδιάρθρωση της Prodea. Στο ίδιο πλαίσιο, η έκθεση καταγράφει τάση επιστροφής των τραπεζών στην αγορά ακινήτων με μεγαλύτερη ένταση σε σχέση με προηγούμενες χρονιές.
Στη φιλοξενία, η υπεροχή της κατηγορίας ενισχύθηκε και από μεγάλες μεμονωμένες συναλλαγές, όπως η εξαγορά του Astir Pallas από τον Γιώργο Προκοπίου έναντι 700 εκατ. ευρώ, που συνέβαλε καθοριστικά στο υψηλό συνολικό ποσό. Ωστόσο, η «έκπληξη» της χρονιάς, με όρους ρυθμού, ήρθε από το λιανεμπόριο: οι επενδύσεις σε retail assets ανήλθαν σε 560 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άλμα 143% σε σχέση με το 2024, εξέλιξη που αποδίδεται σε ενίσχυση της εμπιστοσύνης για επιλεγμένα ακίνητα του κλάδου, αλλά και σε συναλλαγές χαρτοφυλακίων, ιδίως σε γραφεία και λιανική.
Παράλληλα, κερδίζουν έδαφος οι «εναλλακτικές» κατηγορίες
Παράλληλα, κερδίζουν έδαφος οι «εναλλακτικές» κατηγορίες, όπως υποδομές εκπαίδευσης και φοιτητική στέγαση, που εμφανίζονται ολοένα συχνότερα στις στρατηγικές ορισμένων επενδυτών. Η διαφοροποίηση αυτή συνδέεται και με τις μεταβολές που συνεχίζουν να επηρεάζουν τη ζήτηση: από την εξέλιξη του τρόπου εργασίας έως τις αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες, οι οποίες εντείνουν τις αποκλίσεις μεταξύ επιμέρους τομέων αλλά και μεταξύ ακινήτων μέσα στον ίδιο τομέα.
Κομβικό στοιχείο για την επόμενη ημέρα θεωρείται η επίδραση του ESG. Η Cushman & Wakefield Proprius περιγράφει μια αγορά που σταδιακά «σπάει» σε δύο ταχύτητες: ακίνητα έτοιμα να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις βιωσιμότητας και ακίνητα που υστερούν, με επιπτώσεις τόσο στη ζήτηση όσο και στις αποτιμήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, οι δευτερεύουσες αγορές και τα χαμηλότερης ποιότητας ακίνητα εμφανίζουν αυξημένη έκθεση σε ρίσκο, με χαμηλότερη απορρόφηση, περισσότερα κενά και μεγαλύτερες χρηματοδοτικές πιέσεις. Αντίθετα, τα ποιοτικά και «μοναδικά» ακίνητα συνεχίζουν να πιάνουν premium, ενώ οι τιμές πώλησης συνολικά εμφανίζονται σε γενικές γραμμές σταθερές.
Για το 2026, η εταιρεία σκιαγραφεί ένα πλαίσιο συγκρατημένης αισιοδοξίας
Για το 2026, η εταιρεία σκιαγραφεί ένα πλαίσιο συγκρατημένης αισιοδοξίας, με την αποκλιμάκωση των επιτοκίων και τη βελτίωση της επενδυτικής εμπιστοσύνης να λειτουργούν υποστηρικτικά για μεγαλύτερη δραστηριότητα. Το ενδιαφέρον, όπως σημειώνεται, θα στραφεί στις κινήσεις θεσμικών επενδυτών, ΑΕΕΑΠ και τραπεζών, καθώς και στη δυνατότητα ενίσχυσης της παρουσίας διεθνών κεφαλαίων, όσο η Ελλάδα ωριμάζει ως αγορά. Ταυτόχρονα, επισημαίνονται περιορισμοί, όπως η μικρότερη διαθεσιμότητα ιστορικών δεδομένων για ασφαλείς συγκρίσεις, αλλά και το αποτύπωμα της πρόσφατης οικονομικής εμπειρίας – από την κρίση έως την πανδημία – που εξακολουθεί να επηρεάζει τη στάθμιση κινδύνου.
Ως προς τη σύνθεση της δραστηριότητας, οι συναλλαγές χαρτοφυλακίων αντιπροσώπευσαν λίγο πάνω από το 43% του συνολικού όγκου επενδύσεων το 2025, ενώ οι διασυνοριακές ροές υπολογίζονται περίπου στο 30%, με το υπόλοιπο να προέρχεται από εγχώρια κεφάλαια. Ενδεικτικά, από τα εγχώρια κεφάλαια, το 46% αποδίδεται σε family offices, το 9,25% σε ΑΕΕΑΠ και το 9% σε ξενοδόχους, με το υπόλοιπο να προκύπτει από εταιρείες ανάπτυξης, κινήσεις ιδιοχρησιμοποίησης και ιδιώτες επενδυτές. Πρόκειται για σύνθεση που διαφοροποιείται αισθητά σε σχέση με την περίοδο 2017-2023, όταν κυριαρχούσαν οι ΑΕΕΑΠ και τα opportunistic funds, με βασική σταθερά να παραμένει η επιλεκτικότητα και η έμφαση σε ακίνητα με ισχυρά θεμελιώδη και καθαρή προοπτική απόδοσης.