Η σημερινή σύσκεψη των αγροτών στα Μάλγαρα είναι πολλά περισσότερα από μία ακόμη τυπική συνάντηση συντονισμού των κινητοποιήσεων. Πρόκειται, στην ουσία, για ένα πολιτικό ορόσημο. Σε ένα κομβικό σημείο του οδικού δικτύου της χώρας, εκπρόσωποι αγροτικών μπλόκων από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία συναντιούνται για να αποτιμήσουν την κατάσταση και, κυρίως, να εξετάσουν τα επόμενα βήματα. Το μήνυμα που εκπέμπουν οι αγρότες από τα μπλόκα είναι σαφές: η υπομονή εξαντλείται και η κλιμάκωση παραμένει ανοιχτό, αν όχι κυρίαρχο, ενδεχόμενο.
Τα Μάλγαρα λειτουργούν διαχρονικά ως «βαρόμετρο» του αγροτικού κινήματος. Όταν εκεί αρχίζει να διαμορφώνεται κοινή γραμμή, συνήθως ακολουθούν ευρύτερες κινητοποιήσεις. Αυτή τη φορά, όμως, το υπόβαθρο είναι βαθύτερο από άλλες χρονιές. Οι αγρότες δεν μιλούν απλώς για επιμέρους αιτήματα, αλλά για ένα συνολικό αίσθημα οικονομικής ασφυξίας και στρατηγικής εγκατάλειψης.
Στον πυρήνα των αντιδράσεων βρίσκεται το κόστος παραγωγής, το οποίο παραμένει δυσβάσταχτο. Ενέργεια, καύσιμα, λιπάσματα και ζωοτροφές έχουν παγιωθεί σε επίπεδα που καθιστούν πολλές εκμεταλλεύσεις οριακά βιώσιμες. Παράλληλα, οι τιμές παραγωγού, ιδίως σε βασικά αγροτικά προϊόντα, δεν ακολουθούν αντίστοιχη ανοδική πορεία, με αποτέλεσμα το περιθώριο κέρδους να συρρικνώνεται ή και να εξαφανίζεται.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις κρίνονται από τους αγρότες αποσπασματικές και ανεπαρκείς, παρά το ότι ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης ανέφερε την τελευταία ημέρα του 2025 ότι εκταμιεύτηκαν 3,8 δις. προς όσους εργάζονται στον πρωτογενή τομέα.
Οι εξαγγελίες για στοχευμένες ενισχύσεις ή ελαφρύνσεις αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, καθώς, όπως επισημαίνεται από τους αγρότες των μπλόκων, δεν αγγίζουν τη δομή του προβλήματος. Η αίσθηση που επικρατεί είναι ότι η πολιτεία διαχειρίζεται το αγροτικό ζήτημα περισσότερο ως επικοινωνιακή κρίση παρά ως στρατηγικό τομέα της οικονομίας.
Ιδιαίτερη ένταση προκαλεί και το ζήτημα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Οι αλλαγές που προωθούνται, με έμφαση στις πράσινες δεσμεύσεις και στη μείωση των άμεσων ενισχύσεων, εκλαμβάνονται από μεγάλο μέρος του αγροτικού κόσμου ως πρόσθετο βάρος. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τις ενστάσεις που διατυπώνονται στα μπλόκα, δεν έχει καταφέρει να διαπραγματευθεί επαρκείς εθνικές προσαρμογές, αφήνοντας πολλούς παραγωγούς εκτεθειμένους σε νέες υποχρεώσεις χωρίς αντίστοιχα αντισταθμίσματα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι διαμαρτυρίες για τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων, οι οποίες, νόμιμα ή παράτυπα, πιέζουν τις τιμές στην εσωτερική αγορά. Οι αγρότες μιλούν για άνισο ανταγωνισμό, καθώς καλούνται να τηρούν αυστηρούς κανόνες παραγωγής, ενώ ανταγωνιστικά προϊόντα τρίτων χωρών εισέρχονται στην αγορά με χαμηλότερο κόστος.
Η σημερινή σύσκεψη στα Μάλγαρα αναμένεται να αναδείξει και ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο: τη διάθεση συντονισμού των αγροτών στα μπλόκα, πέρα από τοπικές, κομματικές ή κλαδικές γραμμές. Υπάρχει σαφής πρόθεση να διαμορφωθεί πανελλαδικό μέτωπο, με κοινά αιτήματα και ενιαίο πλαίσιο δράσης. Αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί ανησυχία στην κυβέρνηση, καθώς μια τέτοια εξέλιξη δυσκολεύει τη διαχείριση μέσω επιμέρους υποχωρήσεων.
Η προοπτική περαιτέρω κλιμάκωσης, με ενίσχυση των μπλόκων ή και νέες μορφές κινητοποιήσεων, δεν συνιστά απλή διαπραγματευτική απειλή, αλλά αντανακλά την αίσθηση ότι ο αγροτικός κόσμος δεν έχει πλέον πολλά να χάσει. Όπως επισημαίνεται συχνά στις συζητήσεις, για χιλιάδες εκμεταλλεύσεις το διακύβευμα δεν είναι η βελτίωση του εισοδήματος, αλλά η ίδια η επιβίωση.
Σε πολιτικό επίπεδο, το αγροτικό πρόβλημα εξελίσσεται σε κρίσιμο τεστ για τη συνολική στρατηγική της κυβέρνησης. Η διαχρονική αντιμετώπιση του πρωτογενούς τομέα ως δευτερεύοντος πυλώνα ανάπτυξης επανέρχεται στο προσκήνιο, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη ένταση. Οι αγρότες ζητούν όχι μόνο άμεσες λύσεις, αλλά και ένα σαφές σχέδιο για το μέλλον: ποια γεωργία θέλει η χώρα, με ποιους όρους και με ποια στήριξη.
Από τα Μάλγαρα, λοιπόν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ξεκινά μια ακόμη φάση κινητοποιήσεων, με σκοπό μια ευρύτερη συζήτηση για τα όρια της αντοχής του αγροτικού κόσμου και για το αν η πολιτεία είναι διατεθειμένη να δει τον πρωτογενή τομέα όχι ως πρόβλημα προς διαχείριση, αλλά ως στρατηγικό κεφάλαιο που απαιτεί σοβαρές και μακρόπνοες αποφάσεις. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η σύγκρουση μπορεί να εκτονωθεί ή αν βαδίζει, με μαθηματική ακρίβεια, προς γενικευμένη κλιμάκωση.